
Η συντριπτική πλειοψηφία τους προέρχεται από τη συλλογή του εκ Μετσόβου λογίου Παρθένιου Κατζούλη (†1717), μιας από τις σημαντικότερες μορφές της πρώιμης ελληνικής λαογραφικής παράδοσης. Ο Κατζούλης εξέδωσε περίπου 720 βυζαντινές παροιμίες και αποφθέγματα στο έργο του Παροιμιαστήριον, διασώζοντας έναν πολύτιμο θησαυρό της λαϊκής σοφίας των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου και των πρώτων μεταβυζαντινών χρόνων.
Η συλλογή αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή χάρη στον Νικόλαο Πολίτη, τον θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας, ο οποίος δημοσίευσε μεγάλο μέρος της στο έργο του Μελέται περί του Βίου και της Γλώσσης του Ελληνικού Λαού – Παροιμίαι, τόμος Α΄ (1899).
Κάποιες αυτές είναι αρχαίες ενώ για κάποιες άλλες υπάρχει υποψία ότι είναι αρχαίες χωρίς να είμαστε εντελώς σίγουροι. Επίσης υπάρχει η υποψία οι Βυζαντινοί συλλέκτες παροιμιών ωραιοποίησαν επί το αρχαιοπρεπέστερον κάποιες φράσεις, που διαφορετικά μάλλον θα έμοιαζαν περισσότερο με τις σημερινές παροιμίες.
Σε κάθε περίπτωση είναι εκπληκτικό πόσες από αυτές τις παροιμίες διασώζονται μέχρι τις μέρες μας – ίδιες ή παραπλήσιες.
| Αριθμός Αφορισμών: 329 | Αναγνώσεις: 508 |
Βυζαντινές Παροιμίες
| Αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω. Αγνώστου προελεύσεως, πιθανόν των νεώτερων χρόνων άρεσε σε 635 |
| Φίλος και ίππος εν ανάγκη δοκιμάζονται. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 204 |
| Τυφλός τω τοίχω επερειδόμενος, έως ώδε ο κόσμος έφη. Τυφλός, όταν έπεσε σε τοίχο είπε, μέχρις εδώ φτάνει ο κόσμος. άρεσε σε 88 |
| Υπερήδεται άφρονι άφρων. Χαίρεται ο χαζός σε βάρος του χαζού. άρεσε σε 62 |
| Ειπέ ά θέλεις και αντάκουε ά μη θέλεις. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» Πες αυτά που θέλεις και άκουσε αυτά που δεν θέλεις. άρεσε σε 55 |
| Δειλού μήτηρ ου κλαίει, αλλ’ ουδέ χαίρει. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 51 |
| Ανόητος νεοσσός εκών, δείκνυσι την εαυτού νεοσσιάν. Το ανόητο πουλάκι με τη θέλησή του δείχνει τη φωλιά του. άρεσε σε 48 |
| Απορία ψάλτου βηξ. άρεσε σε 45 |
| Αργός εκλάσθη και είπεν «αι ευχαί μου επληρώθησαν». από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 43 |
| Δώρα και θεούς έπεισαν. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 35 |
| Φίλος βλάπτων ου διαφέρει εχθρού. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 35 |
| Ό γέγονε, γέγονε. (προερχόμενη μάλλον από το «ό γέγραφα, γέγραφα» του κατά Ιωάννην ιθ’) άρεσε σε 29 |
| Λύκος γηράσας νόμους ορίζει. (γι’ αυτούς που στα γεράματα νουθετούν τους νέους να αποφεύγουν κακές πράξεις που ο οι ίδιοι είχαν κάνει) άρεσε σε 28 |
| Γυψ κόρακα εγγυάται. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» Γύπας εγγυάται για κοράκι. άρεσε σε 27 |
| Ωμόν, αλλ’ εμόν. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 26 |
| Τέμνει σου το ξίφος ύδωρ, η δε σπάθη σου χιόνα. άρεσε σε 20 |
| Μικρός δαίμων μεγάλη πειρασία. (από μικρή αιτία μπορεί να προκύψει μεγάλος πειρασμός ή μεγάλο πρόβλημα) άρεσε σε 20 |
| Ω καιρέ, διατί ου καλείς; άρεσε σε 18 |
| Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν. (το «ούτω βοήσωμεν», χωρίς παλάμη, είναι από την ακολουθία της Αναστάσεως) άρεσε σε 16 |
| Ει μεν διώκει σε βασιλεύς, φύγε· ει δε Θεός, κάθου. (διότι ο θεός πανάγαθος, ενώ ο βασιλιάς αμείλικτος) άρεσε σε 16 |
| Τα μεγάλα κέρδη μεγάλας ζημίας προξενούσιν. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» άρεσε σε 15 |
| Εν τω τυχόντι σχοινίω ουκ απάγχεται. Με τυχαίο σχοινί δεν κρεμιέται κάποιος. άρεσε σε 12 |
| Χάλαζα αίγα δέρει, αυτή δε την ουράν άνω. Το χαλάζι χτυπά την κατσίκα κι αυτή κρατάει όρθια την ουρά της. (δηλαδή κάνει την αδιάφορη) άρεσε σε 10 |
| Αδύνατον ένι πεινών μη μνημονεύειν άρτου. άρεσε σε 8 |
| Βρωμεί και ο Οβριός και η θήκη του. άρεσε σε 2 |
| Ώρας έργον, ενιαυτού μέριμνα. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» Κάνουμε μέσα σε μια ώρα όσα σχεδιάζαμε για ένα χρόνο. άρεσε σε 1 |
| Των φρονίμων τα παιδία πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. [νεοελλ.] άρεσε σε 1 |
| Είχαμεν φίλον κηπωρόν και εδίδομεν αυτώ γέννημα και εδίδου ημίν αυτός λάχανα. (για ασύμφορο συναλλαγή) άρεσε σε 1 |
| Κόσμος μεν εχιονίζετο, γραυς δε εξηροκτενίζετο. άρεσε σε 1 |
| Ποίησόν με προνοείν, και ποιήσω σε πλουτείν. Κάνε με σοφό να σε κάνω πλούσιο. [νεοελλ.] (περί αναποτελεσματικότητος – αν ήμουν έξυπνος, θα ήμουν πλούσιος) άρεσε σε 1 |
| Το ίδιον εκάστω ωραίον. Για τον καθένα τα δικά του είναι ωραία. άρεσε σε 1 |
| Εν καιρώ λαβών, εν χρεία μ’ έχεις. Πάρε με όταν με βρεις για να με έχεις όταν με χρειαστείς. [νεοελλ.] άρεσε σε 1 |
| Γλυκύν το φαγείν, πικρόν το χέσειν. |
| Ύδωρ ιστάμενον όζει. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» Το στάσιμο νερό μυρίζει άσχημα. |
| Ως εδέξου τας πηκτάς, δέξου και τας εμπηκτάς. Αφού δέχτηκες τα γλυκά, δέξου και πικρά. (περί συνεπειών μετά από απολαύσεις) |
| Το ταχύ και χάριν έχει. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» |
| Όπου πολλοί πετεινοί, εκεί ημέρα ου γίνεται. Όπου [λαλούν] πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει. [διεθν.] |
| Άσπορος αγρός, αμέριμνος οικονόμος. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» |
| Τα μη όντα σα μη χάριζε. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» Μη χαρίζεις αυτά που δεν είναι δικά σου. |
| Ιδών ποτέ τις παλάτιον, τον εαυτού οίκον ενέπρησε. από συλλογή μεσαιωνικών παροιμιών με τίτλο «Αισώπου κοσμικαί κωμωδίαι» Όταν είδε κάποιος παλάτι, έβαλε φωτιά στο δικό του σπίτι. |
| Πριν πνιγούμεν, δος τον ναύλον. (για παράλογη απαίτηση ανταμοιβής ενώ προέκυψε ζημία) |
| Ο πτύων εις τον ουρανόν τα γένια του πτύει. Όποιος φτύνει στον ουρανό φτύνει τα γένει του. [διεθν.] |
| Ένθα μεν άρτος, μερίμνας έχουσιν πολλάς· ένθα δε λείπει άρτος, έχουσιν μίαν αλλά καλήν. |
| Το µεν γαρ τελευτήσαι των εν τω βίω πονηρών επάγει την κατάπαυσιν. |
| Το πράμα σου ασφάλιζε και τον γείτονά σου κλέπτη μην τον κάμης. |
| Όπου πελεκά πολλά παλούκια, το εν εις τον κώλον του εμπαίνει. Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, στο τέλος κάποιο θα μπει στον κώλο του.[νεοελλ.] |
| Εκατόν Παύλοι απέθανον και ο καθείς τον ίδιον Παύλον έκλαιεν. (αντίστοιχο του «ο καθένας με τον πόνο του») |
| Οικοδομήθη η αγία Σοφία με της φόλλης το ελάδιν. [φόλλη=βυζαντινό χάλκινο νόμισμα] (αντίστοιχο, ίσως, «του φασούλι-φασούλι…») |
| Πριν ποταμού τα ιμάτιά σου σήκωνε. Σήκωσε τα ρούχα σου πριν φτάσεις στο ποτάμι. [νεοελλ.] |
| Ο κόσμος εποντίζετον και η εμή γυνή εστιλβώνετον. Ο κόσμος χανότανε και η γυναίκα μου στολιζότανε. |
| Εκεί όπου έμεινες εσύ, εγώ ψύλλους αφήκα. |
| Κακά σαν τα εψάλαμεν ότι ο νεκρός ηγέρθη. |
| Το δένδρον μη επαινέσωμεν, ώστε να φάμε τον καρπόν. Να μην παινέψουμε το δέντρο, ώστε να [μπορέσουμε να] φάμε τον καρπό του. (για υποκριτική απαξίωση προκειμένου να μην προλάβουν να επωφεληθούν τρίτοι) |
| Αν έχης τύχη τρέχε· και αν ουκ έχης τύχην τι τρέχεις; |
| Από πτωχόν μη δανεισθής και πάρει σε εξοπίσω. |
| Κάθησε κόρη αμέριμνος, τύχη σε περιμένει. (μάλλον ειρωνικά, επί απραξίας) |
| Είχεν ο μωρός χλιάριν και έτρωγεν ο φρόνιμος. Είχε ο τρελός κουτάλι κι έτρωγε ο σοφός μ’ εκείνο. [νεοελλ. - και αντιστρόφως] (όταν οι επιλογές των λιγότερο ικανών αποδεικνύονται πετυχημένες) |
| Καλή έναι η νύμφη μας, αμή είναι στραβή. (για υποκριτικό έπαινο που συνοδεύεται από απαξιωτικό σχόλιο) |
| Εις κουφού θύραν όσα θέλεις κράζε. Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. [νεοελλ.] |
| Ξένος πόνος, όλον γέλι. |
| Αλιού και πουλιοπιάστου άδηλος βίος. Του κυνηγού και του ψαρά άδηλος ο βίος. |
| Ο μωρός γαμβρός εις τα πεθερικά του όσα είδεν, όλα ήθελεν. |
| Οπού φυλάγει τον καρπόν εις άλλου ριζικόν γράφει. (για φιλάργυρους που αποταμιεύουν για να τα φάνε, τελικά, οι άλλοι) |
| Αφότις εξέπεσεν ο βους, ηκόνισαν όλοι τας μαχαίρας αυτών. Αφότου ξέπεσε το βόδι, ακόνισαν όλοι τα μαχαίρια τους. |
| Τον έμαθα να διακονεί, εξέβη ομπρός μου και ζητεί. |
| Τον έμαθα και κολυμβά, ηγέρθη να με πνίξη. [νεοελλ.] |
| Ήτον και πτωχόν το αρνίν, και είχε και παχείαν ουράν. [νεοελλ.] (η παχιά ουρά προσθέτει βάρος, άρα και κόστος, χωρίς να προσθέτει κρέας) |
| Απότις εγαμήθη η γραία εμανδάλωσεν. [νεοελλ.] |
| Έργον του τελειώσαντος και μη του αποκινήσαντος. Το έργο πιστώνεται σε αυτόν που το τελείωσε και όχι σε αυτόν που το άρχισε. |
| Σαρακηνός εις το σπίτιν σου και συ όπου θέλεις όδευε. (για επικίνδυνη κατάσταση, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί) |
| — Έποικες, γυνή, το σε είπα; — Ναι, έποικα και το με ουκ είπες. [έποικα=κατάλαβα] |
| Η σκύλα σπουδάζουσα τυφλά σκυλάκια γεννά. Η σκύλα από τη βιασύνη της, κάνει τυφλά τα κουτάβια της. [νεοελλ.] |
| Κόπτε χρέον, κόπτε λύπην. |
| Του Αυγούστου τα δεκάλιτρα τον Μάην αναζητούνται. Τα λεφτά που έβγαλες τον Αύγουστο έχουν φαγωθεί μέχρι τον Μάη. |
| Ο Θεός προς τα ρούχα μεράζει και την κρυάδα. Ο Θεός μοιράζει την κρυάδα ανάλογα με τα ρούχα. |
| Τα εκατόν προσκυνήματα άξια φόλλης ουκ είναι. Τα 100 προσκυνήματα δεν αξίζουν όσο λίγη ελεημοσύνη [φόλλη=βυζαντινό χάλκινο νόμισμα] |
| Όψιμος υιός ουχ όψεται πατέρα. |
| Όπου φιλείς μη δανείζης, και όπου αγαπάς μη συχνάζης. |
| Από κλέπτην κλέψε και κρίμα ουκ έχεις. |
| Αναλαμπή χειμώνος, δάκρυα ποιμένος. |
| Μέγας ο ναός και ολίγη η χάρις. (για έργα βιτρίνας χωρίς αξία) |
| Χάφτε με και να σε χάφτω. |
| Ποντικών βουλάς κόψει η κάτα. Τα [κακόβουλα] σχέδια των ποντικών θα τα ακυρώσει η γάτα. |
| Δω μένομεν και αλλού φουρνίζομεν. |
| Η γραία δαίμοναν ουκ είχεν και γουρούνιν αγόραζε. Γριά δεν είχε βάσανα και αγόραζε γουρούνι. [νεοελλ.] |
| Σταυρός και πτυάριν από ξύλον ένα. Σταυρός και φτυάρι από το ίδιο ξύλο φτιάχνονται. (για μεγάλες διαφορές στον χαρακτήρα μεταξύ αδερφών) |
| Άλλοι οφθαλμοί γλαυκός, έτεροι του λαγωού. Άλλα τα μάτια του λαγού και άλλα της κουκουβάγιας. [νεοελλ.] |
| Ουρανός αίθριος αστραπήν ου πτοείται. Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται. [νεοελλ.] |
| Οίος ο φίλος, τοιούτος πλακούς. Ανάλογα με τον φίλο και η πίτα. |
| Μαρία τον χορόν αγαπώσα περιέτυχεν ανδρί ορχηστή. Αγάπαγε η Μαρία τον χορό, βρήκε και άντρα χορευτή. [νεοελλ.] |
| Κεκαθαρμένη Θεοδώρα, την εμβάδα εν τρυβλίω. Παστρική Θοδώρα, το τσαρούχι μες στο πιάτο. [νεοελλ.] |
| Το οξύ όξος το αυτού βλάπτει αγγείον. Το πολύ ξινό ξίδι κάνει ζημιά στο ίδιο του το δοχείο. (για πολύ δύστροπους ανθρώπους) |
| Έθος όρεσιν ύειν και χιονίζειν. Συνηθισμένα τα βουνά από τις βροχές και από τα χιόνια. [νεοελλ.] |
| Λύκος την τρίχα, ου την γνώμην αλλάττει. Ο λύκος άλλαξε το τρίχωμα αλλά όχι αυτά που πίστευε. |
| Συ καθίζων, τύχην έχεις υπουργούσαν. Εσύ κάθεσαι και η τύχη σου δουλεύει. [νεοελλ.] |
| Άλλοι σκάπτουσιν αμπέλους, άλλοι δ’ αμήσονται. Άλλοι σκάβουν το αμπέλι και άλλοι το τρυγούν. [διεθν.] |
| Άνω ο πτύων, εις εαυτόν πτύων. Όποιος φτύνει προς τα πάνω, φτύνει τον εαυτό του. (η ασέβεια προς τους ανωτέρους έχει άσχημες συνέπειες) |
| Χαλκείς πάντες γένος έν. Όλοι οι γύφτοι μια γενιά. [νεοελλ.] |
| Φειδωλός καi ψεύστης ταχέως συμφωνούσιν. Ο φιλάργυρος και ο ψεύτης συμφωνούν γρήγορα. |
| Υπόσχεσις μακρά, πράξις σμικρά. Μεγάλη υπόσχεση, αλλά μικρή πράξη. |
| Υπό Θεού εστί και το βίαιον. Οι βίαιες λύσεις είναι κι αυτές του Θεού. |
| Υπόδημα εγχώριον, έστω καί πεπαλαιωμένον. Παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένο. [νεοελλ.] |
| Τω τα οικεία φυλάττοντι ιμάτια, πάρεισι τα ήμίση. Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά. [νεοελλ.] |
| Τρίχα σχίζει, και χαλινόν εντίθησι ψύλλη. Σκίζει τρίχα και καλλιγώνει ψύλλο. |
| Του πατρός εστί το παιδίον. (για φυσιολογική ομοιότητα με τον πατέρα) |
| Το σκαμβόν ξύλον το πυρ ιθύνει. Το στραβό το ξύλο η φωτιά το ισιώνει. [νεοελλ.] |
| Το σκαμβόν ξύλον ουδέποτε ορθόν. |
| Το πολύ Κύριε ελέησον και αγίοις φορτικόν. [νεοελλ.] |
| Το μεν ύδωρ ηρεμεί, οι δε εχθροί ουδόλως. Το νερό κοιμάται, ο εχθρός δεν κοιμάται. [νεοελλ.] (για εχθρούς που συνεχώς επιβουλεύονται) |
| Το κρυπτόν άκρυπτον. Το κρυφό δεν κρύβεται. |
| Το κρέας μετά των οστέων πωλείται. (τα καλά πράγματα συνοδεύονται αναπόφευκτα και από ανεπιθύμητα ελαττώματα) |
| Τοίχος ωτία, πεδίον όμματα έχει. Οι τοίχοι έχουν αυτιά και οι κάμποι έχουν μάτια. [νεοελλ.] |
| Το εύωνον κρέας οι κύνες εσθίουσιν. Το φτηνό κρέας το τρώνε τα σκυλιά. [νεοελλ.] |
| Πάντα εκφαγών τον βουν, εις την ουράν απέκαμε. Έφαγε όλο το βόδι και έμεινε η ουρά του. [νεοελλ.] |
| Από σαλού και μεθυστού την αλήθειαν άκουε. Από τρελό και από μεθυσμένο άκουγε την αλήθεια. [νεοελλ.] |
| Τρεις άδουσι δύο δε χορεύουσι. Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. [νεοελλ.] |
| Αν θέλω κάμνει και πεινώ, κάλλιον ας κάθωμαι και ας πεινώ. Αν είναι να κουράζομαι και να πεινώ, καλύτερα να κάθομαι και να πεινώ. |
| Η γραία το μισοχείμωνον πεπόνι εθυμήθηκεν. Γριά το μισοχείμωνο πεπόνι εθυμήθη. [νεοελλ.] |
| Κανταύθα εν τοις βασάνοις, κακεί εν τη κρίσει. Και εδώ [σ’ αυτόν τον κόσμο] βάσανα και εκεί [στον άλλο κόσμο] κρίση |
| Ουδέ του φεύγοντος, ουδέ του τρέχοντος, ή μη του Θεού θέλοντος. (εμπνευσμένο από την προς Ρωμαίους επιστολή – ό,τι και να κάνεις τα πάντα εξαρτώνται από το θέλημα του Θεού) |
| Αισχυνόμενος πολλών καλών στερείται. Ο συνεσταλμένος στερείται πολλά καλά. |
| Άλευρα καλού ανδρός πέμματα και τηγανίται. Το αλεύρι του καλού άντρα [σπαταλιέται από τη γυναίκα του σε] λιχουδιές και τηγανίτες. (επί σπατάλης ή ίσως επί σωστής αξιοποίησης) |
| Άλλος το πυρ άπτει, έτερος δε αυτό εξάπτει. Άλλος ανάβει τη φωτιά και άλλος την ανεμίζει. [νεοελλ.] («επί των παρ’ άλλων άρξαν κακόν επιτελούντων») |
| Άλλος ιερέαν θέλει, έτερος ιέρειαν. Άλλος τον παπά θέλει και άλλος την παπαδιά. [νεοελλ.] |
| Άλλο το ιδείν, άλλο δε το ακούσαι. Άλλο να το δείς και άλλο να τ’ ακούσεις. [νεοελλ.] (άλλο να το δεις με τα μάτια σου και άλλο να το ακούσεις από κάποιον άλλο – ίσως και με κάποιο στοιχείο θαυμασμού) |
| Άμισθον όξος γλυκύτερον μέλιτος. Ξύδι χάρισμα, γλυκό σαν μέλι. [νεοελλ.] |
| Αναψυχήν τω ασθενούντι έως αν αποβιώση. Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. [νεοελλ.] (για ανώφελη παρηγοριά) |
| Ανεμοσυνάγματα δαιμονοσκεδάσματα. Ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα. [νεοελλ.] |
| Άνθρωπος μεν πολύβουλος, Θεός δε βουλήκοπος. |
| Άνθρωπος ανθρώπου λύκος. |
| Ά οικοδεσπότης οίδεν, αγνοεί ο σύμπας κόσμος. Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος. [νεοελλ.] |
| Ανώγαια κατώγαια τοις λόγοις κτίζει μόνοις. Ανώγια και κατώγια χτίζει μόνο με τα λόγια. [νεοελλ.] |
| Άπας ο κόσμος δώδεκα, η Πόλις δεκαπέντε. («επί των καθ’ υπερβολήν διά μέγεθος, η δι’ άλλο τι προτέρημα επαινουμένων») |
| Απίεσαν και ωά και κάλαθοι. Έχασαν τα αυγά και τα καλάθια. [νεοελλ.] |
| Από γάμου πάρειμι τρέμω δε πείνης. Από τον γάμο έρχομαι και μα την πείνα που ‘χω. [νεοελλ.] |
| Άρκτον ορών εν τη του γείτονος αμπέλω, και τη σαυτού προσδόκα. Αν δεις την αρκούδα στο χωράφι του γείτονα, καρτέρα την και στο δικό σου. [νεοελλ.] |
| Αρτζιβούριον καλεί, άρτον δε λιτόν εσθίει. Διοργανώνει Αρτζιβούριο, αλλά τρώει λίγο ψωμί. (το Αρτζιβούριο είναι αρμενική γιορτή με νηστεία) |
| Άρτοι πολλοί τω πεινώντι καθ’ ύπνους. Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται. [νεοελλ.] |
| Άσον δέσποτα. Πάσχω τον όνυχα. Ψάλε δέσποτα. Με πονεί το νύχι μου.[νεοελλ.] (για παράλογες δικαιολογίες προς αποφυγή εργασίας) |
| Άστει παλαιώ νέον έθος μη ποίει. Σε παλιό άστυ μη φέρνεις καινούργια ήθη. |
| Αυλής σου διψώσης μη έκχεε ύδωρ. Διψάει η αυλή του κι αυτός αλλού το χύνει. [νεοελλ.]. |
| Άφρακτος ο κήπος, έρημα τα λάχανα. |
| Άφρονι ομιλών λίθον κράτει. Όταν μιλάς σε άφρονα, να κρατάς πέτρα. |
| Άφρων κώδωνα ου φέρει. Οι τρελοί κουδούνια δεν έχουν. [νεοελλ.] |
| Βαλάντιον τεθνηκότος εκκενούται. Το πορτοφόλι του πεθαμένου το αδειάζουν. |
| Βάτραχος εχολώθη, η δε λίμνη αγνοεί. Θύμωσε ο βάτραχος κι η λίμνη δεν το ξέρει. [νεοελλ.] |
| Βραδύνει μεν Θεός, αμνημονεί δε ου. Ο Θεός αργεί αλλά δεν λησμονεί. |
| Βρώσις πολλή όγκον φέρει, ολίγη δε θεραπείαν. Το πολύ φαΐ φέρνει όγκο και το λίγο καλή υγεία. |
| Γαμβρός υιός ου γίνεται, ούδ’ η νύμφη θυγάτηρ. Ο γαμπρός δεν γίνεται γιος ούτε η νύφη θυγατέρα. [νεοελλ.] (με την ευρύτερη έννοια: μην περιμένεις βοήθεια έξω από τους πολύ δικούς σου) |
| Γειτνιώσα, ο ανήρ μου εις μύλον ώχετο, εγώ δε γήμασθαι, η διαμείνω; Γειτόνισσά, πήγε ο άντρας μου στον μύλο, να πηδηχτώ ή να μείνω; [νεοελλ.] (επί γυναικών ασέμνων και αφρόνων) |
| Γνώσις υστέρα προτέρα μοι είη. Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα. [νεοελλ.] |
| Γοργούς ο έχων ίππους, γοργώς ιππεύει. (όποιος έχει τα κατάλληλα μέσα διεκπεραιώνει ευχερώς τις υποθέσεις του) |
| Δάνεια τα άλευρα, δανεία και η ζύμη. Δανεικό τ’ αλεύρι, δανεικό και το προζύμι. [νεοελλ.] (για κακοπληρωτές) |
| Δέκα μέτρει, μίαν δε τέμνε. Δέκα [φορές] μέτρα και μία κόβε. [νεοελλ.] |
| Δεσπότου μ’ αγαπώντος, μισείτωσαν άπαντες. Ας μ’ αγαπάει ο δεσπότης κι ας με μισούν άπαντες. [νεοελλ.] |
| Διάνοια όρνιθος εν κέγχρω. Ο νους του πουλιού στο κεχρί. [νεοελλ.] |
| Διά την απειρίαν εις πάσαν ήλθον απορίαν. |
| Διά το κάρφος αποβάλλει το πέταλον. Για ένα καρφί [που χάθηκε] χάθηκε το πέταλο. [διεθν.] |
| Διδάσκαλος διδάσκων, νόμους μη φυλάττων. Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις. [νεοελλ.] |
| Δόσις χειρός άνεσις ψυχής. |
| Ελθέ ο τρέμων εμοί τω ριγούντι. Έλα εσύ που τρέμεις σε μένα που ριγώ (για αδυναμία βοήθειας λόγω παρόμοιας δύσκολης κατάστασης) |
| Από θύρας η αμαρτία. Από την αρχή το λάθος / η παρεκτροπή. |
| Απερριμένος υιός, αγαθός οικοδεσπότης. («επί των πρότερον καταφρονουμένων, ύστερον δε τιμωμένων») |
| Αφελόντος μου το πέπερι, ξωλόν σου το έψημα. Να λείπαν τα πιπέρια μου να δω τις μαγειριές σου. [νεοελλ.] |
| Διεσπάρησαν λαγωού παίδες ως. Σκόρπισαν σαν του λαγού τα παιδιά. [νεοελλ..] («λαγωός γαρ τεκών, διίστησι τα οικεία τέκνα, και χωρίς έκαστον ανατρέφει») |
| Δος μοι, κυρία, τον άνδρα σου, συ δε έχε τον κόπανον. Δωσ’ μου κυρά τον άνδρα σου και παρ’ τον κόπανό μου. [νεοελλ.] (για παράλογες απαιτήσεις με ευτελή ανταλλάγματα) |
| Δρυός αυξομένης, συναύξεται η σκιά. Καθώς μεγαλώνει η βελανιδιά, μεγαλώνει και η σκιά της. (επί των ευδοκιμούντων) |
| Εγγύς αμπέλου φύτευε, εγγύς χωρίου οίκει. |
| Εγώ φημι ότι ευνούχος, αυτός δε μοι πόσους κέκτησαι λέγει, παίδας. (για όσους επιμένουν να μην κατανοούν ότι κάτι δεν μπορεί να γίνει) |
| Εθίζον γίγνεσθαι, ουκ απογίνεται. Συνήθισε να γίνεται, δεν απογίνεται. [νεοελλ.] |
| Είδος μεν επισκόπου, καρδία δε μυλωθρού. Θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά. [νεοελλ.] |
| Ει μου ο νους εν τω αγρώ, ευρεθείησαν οι βόες. Όσο είν’ ο νους μου στο χωράφι, τόσα βόιδα να βρεθούνε. [νεοελλ.] (για όσους δεν είναι συγκεντρωμένοι σε αυτό που κάνουν, αλλά το μυαλό τους είναι αλλού) |
| Ειργασμένον, ζηλούμενον. (η επιμέλεια δημιουργεί αξιοζήλευτα αποτελέσματα) |
| Εισέλθετε, κύνες, αλήσετε, μισθούς δε μη παρέξητε. Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε. [νεοελλ.] |
| Είς Θεός και πολλοί φίλοι. |
| Εις Θεού ώτα ήλθεν. Ήρθε στ’ αυτιά του Θεού. (θα αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη) |
| Εισί και μέλανες και λευκοί γέλωτες. (μπορεί να γελάσει κανείς ακόμα και όταν είναι λυπημένος) |
| Ει τυρόν είχον, ουκ αν εδεόμην όψου. Αν είχα τυρί, δεν θα χρειαζόμουν ψωμί. |
| Έκαστος αυτού το βδέλος μήλου γλύκιον ηγείται. Ο καθένας την πορδή του τη θεωρεί γλυκό φρούτο. («επί των τα οικεία αισχρά ως αγαθά οιομένων») |
| Ελθ’, ω πάππος, επιδείξω σοι τα παππώα. Έλα παππού να σου δείξω τα αμεπελοχώραφά σου. [νεοελλ.] |
| Εμπεπλησμένος απιστεί τω πεινώντι. Ο χορτάτος τον πεινασμένο δεν τον πιστεύει. [νεοελλ.] |
| Ενάγων εναγόμενος. Κατηγορεί [αυτός που πρέπει να είναι] ο κατηγορούμενος. |
| Εν ανομβρία καλή και η χάλαζα. Στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι. [νεοελλ.] |
| Ενί καλοποδίω πάντας υποδέουσιν. Φτιάχνουν παπούτσια για όλους με το ίδιο καλαπόδι. (για όσους έχουν μια και μοναδική λύση για διαφορετικά προβλήματα) |
| Εν σκότω ο γαμών, εν φωτί αισχύνεται. |
| Επέστη τούτω ως γλαυκί όρνις. Του ‘ρθε όπως το πουλί στην κουκουβάγια (για αναπάντεχη καλοτυχία, επειδή οι κουκουβάγιες, ενώ φωλιάζουν την ημέρα, τρώνε κάποια πουλιά που μπαίνουν τυχαία στη φωλιά τους) |
| Έσο και λέων όπη χρή, και πίθηκος εν μέρει. Να είσαι όπου χρειάζεται λιοντάρι και αλλού πίθηκος. |
| Έψησον ωόν, πάρεσμεν γαρ εννέα. Μαγείρεψα ένα αυγό γιατί θα είμαστε εννέα. (για ανεπαρκή εφοδιασμό λόγω φτώχειας ή βλακείας ή τσιγκουνιάς) |
| Ή ιερεύς ή ζευγηλάτης. Ή παπάς ή ζευγάς. [νεοελλ.] |
| Ημείς γελώμεν δώδεκα, ημάς πολλάκις άλλοι. Εμείς γελούμε με δώδεκα, και πολλοί μ’ εμάς. [νεοελλ.] |
| Ημέρα αγαθή απ’ όρθρου γνωστή. Η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται. [νεοελλ.] |
| Ημών ψωμού αμοιρούντων, οι κύνες πλακούντας σύρουσι. Εμείς ψωμί δεν έχουμε, και οι σκύλοι πίτα σέρνουν. [νεοελλ.] |
| Θαλλού θάλλοντος, η πάχνη κωλύει. [θαλλός=βλαστάρι] (για κάποιον που τον εμποδίζουν να προκόψει) |
| Θανόντος του ίππου μου, πόα μη βλαστησάτω. Αν πεθάνει το άλογό μου, χορτάρι να μη φυτρώσει. |
| Θέλοντος ουκ ήθελες, νυν θέλοντος ου θέλω. Όταν ήθελα δεν ήθελες, τώρα που θέλεις δεν θέλω εγώ. |
| Θεός την κακουχίαν, ο αυτός την θεραπείαν. |
| Ιεροκατήγορος, Ιεροκατάρατος. |
| Ιππέα πόδας έχοντα κρεμαμένους μη λυπού. Μη τον λυπάσαι τον καβαλάρη που κρέμονται τα ποδάρια του. [νεοελλ.] (για ανύπαρκτα προβλήματα – μην τα θέλεις όλα τέλεια) |
| Ίππος τεσσαράκοντα, σάγη δε εξήκοντα. Σαράντα τ’ άλογο κι εξήντα το σαμάρι. [νεοελλ.] (για τα κατώτερα που κοστίζουν περισσότερο από τα ανώτερα) |
| Ιχθύες δύο συντηγανίζονται, και αλλήλοις απιστούσι. (για όσους συγκρούονται παρόλο που βρίσκονται στην ίδια δύσκολη κατάσταση) |
| Ιχθύς από της κεφαλής όζει. Το ψάρι βρομάει απ’ το κεφάλι. [νεοελλ.] |
| Καθ' ην έκαστος χαίρει στρωμνήν, εφαπλούτω τους πόδας. Ο καθένας απλώνει τα πόδια μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμα. [νεοελλ.] |
| Και εν κρήνη απιών ύδατος αποτυγχάνεις. Και στη βρύση να πας, νερό δεν θα βρεις. [νεοελλ.] (επί ανικανότητος) |
| Και κακός ο μύλος και βαρύς ο μισθός. (για καταστάσεις ή ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα θετικό) |
| Και ο νιπτόμενος μεθ’ ημών εσθίει; Αυτός που νίβεται, μ’ εμάς θέλει να φάγει. [νεοελλ.] (για κάποιον που χώνεται να επωφεληθεί) |
| Και σού χωρίς, και μετά σού το ζην με απαρέσκει. Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε. [νεοελλ.] |
| Καλή μου η νύμφη, παραβλώψ δε. Καλή είν’ η νύφη μας, μόνο στραβά κοιτάζει. [νεοελλ.] (για ειρωνική και συγκαταβατική απαξίωση) |
| Κατά ναυν τα άρμενα. Ανάλογα με το πλοίο η εξάρτιση του πλοίου. |
| Κόρος μοι οι λόγοι σου, τον δε ψωμόν σου φάγε. Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φα’ το. [νεοελλ.] |
| Κόσκινον καινόν ου σε δεξιώς κρεμάσω; Καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω; [νεοελλ.] |
| Κολακείαι άναλτοι, κύαμοι εψημένοι. (για αηδιαστικές κολακείες) |
| Κραυγή λαού, οργή Κυρίου. |
| Κρείσσον κακώς συμβιβασθήναι ή καλώς κριθήναι. Προτιμότερος ένας κακός συμβιβασμός από μια καλή δίκη. (λόγω κόστους της δίκης ή απρόβλεπτου αποτελέσματος ή ταλαιπωρίας) |
| Κύαμος ήν και ερράγη Κουκί ήταν κι έσκασε. [νεοελλ.] (για ομοιότητα των παιδιών με τους γονείς) |
| Κυλισθείσα η λοπάς, εύρε το οικείον πώμα. Κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. [νεοελλ.] |
| Κυριακή χαρίεσσα, Δευτέρα ψιθυρίζουσα. (για ευχάριστη κατάσταση που δεν προβλέπεται να διαρκέσει πολύ) |
| Λαβέ τον φόρτον και λήψει φόρον. (για άδικη αντιμετώπιση) |
| Λάκκον έχει το έτνος. Κάποιο λάκκο έχει η φάβα. [νεοελλ.] (όταν η φάβα έχει λακκάκι δεν είναι καλή, λείπει λάδι) |
| Λάχανα κρείττον μετ’ ειρήνης ή μέλι μετά μάχης. |
| Μάνδρα κενή πλήρης λύκων. Έρημα μαντριά γεμάτα λύκους. [νεοελλ.] |
| Μάρτιος τεσσαρακοστής ουκ άπεστι. Δεν λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή. [νεοελλ.] |
| Μεγάλως φάγε και πίε, μέγα δε λόγον μη απόπτυε. Μεγάλη μπούκα φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις. [νεοελλ.] |
| Μέσον μαίας και μητρός απέστη το παιδίον. Απ’ τη λεχώνα στη μαμή, εχάθη το παιδί. [νεοελλ.] |
| Μεταξύ σαρκός και όνυχος ουδέν χωρεί. (τίποτε δεν μπορεί να μπει ανάμεσα σε δύο πολύ συνδεδεμένους ανθρώπους) |
| Μετά οικείου φάγε και πίε, συναλλάγματα δε μη ποίει. Με τον δικό σου φάε–πιες και αλισβερίσι μην έχεις. [νεοελλ.] |
| Μυς εις τρώγλην ου χωρών, κολοκύντην έφερεν. Ο ποντικός στην τρύπα δεν χωρεί και κολοκύθα κουβαλεί. [νεοελλ.] (για όσους επιχειρούν κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους) |
| Μωρός τη μωρία εμπιπλάται την κοιλίαν Ο τρελός με την τρελάρα του γεμίζει την κοιλάρα του. [νεοελλ.] |
| Νηστεύει τις, ψωμού σπανίζων. Νηστεύει ο φτωχός γιατί δεν έχ’ να φάει. [νεοελλ.] |
| Νήστης άρκτος ου χορεύει. Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει. [νεοελλ.] |
| Νυκτός έργον ημέρας γέλως. Της νύχτας τη δουλειά, τη βλέπει η μέρα και γελά. [νεοελλ.] |
| Νύμφη μη ως οίδες, αλλ’ ως εύρες. Νύφη, όχι όπως ήξερες αλλά όπως τα βρήκες. [νεοελλ..] (για προσαρμογή νεοφερμένου) |
| Νυμφίου βίον ζης. Ζεις σαν γαμπρός. (για κάποιον που καλοπερνάει και τον περιποιούνται -προσωρινά- χωρίς να προσφέρει πολλά) |
| Νυξ τίκτει βασιλέα, όρθρος δε μητροπολίτην. Η νύχτα βγάζει βασιλιά κι η αυγή μητροπολίτη. [νεοελλ.] |
| Ξένος βίος ευαρίθμητος. Η ζωή των άλλων φαίνεται ασήμαντη. |
| Ο βίος μου εν βία μου. Ξόδεψα το βιός μου όταν είχα μεγάλη ανάγκη. |
| Ο διάβολος πενόμενος τελώνης καθίσταται. Όταν πεινάσει ο διάβολος γίνεται εφοριακός. |
| Οδύνη αλλοτρία επιπολαίως. Ο ξένος πόνος είναι ασήμαντος. |
| Ο κόσμος και ο Κοσμάς. Ό,τι κάνει ο κόσμος, θα κάνει κι ο Κοσμάς. [νεοελλ.] (για στωική αποδοχή δυσκολιών που είναι γενικά κοινές σε πολλούς ανθρώπους) |
| Οκνηρόν ο έχων προφήτην έχει. Τεμπέλη έχεις, προφήτην έχεις. [νεοελλ.] |
| Ο μη φυράσων αεί σινιάζει. Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, συνέχεια κοσκινίζει. [νεοελλ.] |
| Όνειρον ανέκβατον μη λέγε. Μη μιλάς για το απραγματοποίητο όνειρό σου. |
| Όνομα μεν, χωρίον δ’ ου. Όνομα και μη χωριό. [νεοελλ.] |
| Όνον κοινόν ο λύκος εσθίει. Το μισιακό γαϊδούρι το τρώει ο λύκος. [νεοελλ.] |
| Όνον ο κεντών ακουέτω αυτού και το βδέλος. Αυτός που κεντάει τον γάιδαρο ακούει τις πορδές του. [νεοελλ.] |
| Όνου δεδεμένου ήρεμος ό δεσπότης. Έδεσε τον γάιδαρό του, ηρέμησε το αφεντικό. [νεοελλ.] |
| Οξύς οίνος, σαθρός ιχθύς. Ξινό κρασί, σάπιο ψάρι. (για όσους δεν έχουν τίποτα καλό) |
| Όπου είς πτύει, ουδέν τελεί, όπου δε πολλοί φρέαρ εκεί. Όπου φτύνει ένας δεν γίνεται τίποτα, όπου φτύνουν πολλοί γίνεται πηγάδι. (για την αποτελεσματικότητα συλλογικών προσπαθειών) |
| Όσα ύει ουρανός, γη πάντα πίνει. Όσα βρέχει ο Θεός, τόσα καταπίνει η γη. [νεοελλ.] (εγκαρτέρηση για όσα φέρνει η ζωή) |
| Όσα φάγωσι μάντεις, άλλα δε γητευταί. (για κατασπατάληση περιουσίας) |
| Ουαί τω νυκτός καταληφθέντι και του άρτου στερηθέντι. Αλίμονο σ’ αυτόν που τον έπιασε η νύχτα και δεν έχει και ψωμί. (για όποιον βρέθηκε απροετοίμαστος σε δύσκολη θέση) |
| Ουκ ωόν, αλλά ταυτόν. Όχι αυγό, κοκό. [νεοελλ.] (επί ταυτολογίας) |
| Ο φαγών οίδεν, ο δε έχων ορά. Αυτός που έφαγε ξέρει, αυτός που έχει [αλλά δεν έφαγε] μόνο κοιτάζει. (η πείρα διδάσκει καλύτερα από τη θεωρία) |
| Πάσχα καλογήρου, κύαμοι εψημένοι. Του καλόγερου το Πάσχα, ψημένα κουκιά. (για καταστάσεις που δεν βελτιώνονται ακόμα και όταν οι συνθήκες γίνονται ευνοϊκές) |
| Πικρά κολοκυνθίς σπέρμα μη λιπέτω. Από κακή κολοκυθιά ούτε κολοκυθόσπορο. [νεοελλ.] (για απόρριψη πραγμάτων ή ανθρώπων με κακή προέλευση) |
| Πάντας τους αδοκίμους άρτους η νύμφη εργάζεται. Όλα τα στραβά καρβέλια η νύφη μας τα κάνει. [νεοελλ.] (η ευθύνη ρίχνεται πάντα στον πιο αδύναμο) |
| Πίσσα ναυπηγών κακ’ ελέγχεα πάντα καλύπτει. Η πίσσα των ναυπηγών [στο καλαφάτισμα] καλύπτει όλες τις κακοτεχνίες. (οι πρόχειρες λύσεις κρύβουν τα λάθη και τα ελαττώματα) |
| Ποίει καλό και εν ύδατι ρίπτε. Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό. [νεοελλ.] (να μην περιμένουμε ανταπόδοση για πράξεις καλοσύνης) |
| Πέτραν αφρόνου εν ύδατι βαλόντος, μύριοι φρόνιμοι εκβαλείν αδυνατοϋσιν. Πέταξε ο παλαβός μια πέτρα στο πηγάδι και μύριοι γνωστικοί δεν μπορούν να τη βγάλουν. [διεθν.] (ένας βλάκας μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα και παρανοήσεις που δεν είναι εύκολο να διορθωθούν) |
| Πρόβατα ο έχων έχει αυτά, ο δε βόσκων εσθίει. (επωφελείται περισσότερο ο δουλευτής παρά ο ιδιοκτήτης) |
| Προς δύο τέμνε φίλε την ελαίαν. Κόβε την ελιά στα δύο, φίλε. (παρότρυνση για εγκράτεια στο φαΐ, και γενικά στις υπερβολές) |
| Προσκυνούσαν κεφαλήν ου τέμνουσιν. Προσκυνημένο κεφάλι δεν κόβεται. [νεοελλ.] |
| Πτωχός μεν ό δύναται, πλούσιος δ’ ό βούλεται. (ο πλούσιος κάνει [και τρώει] ό,τι θέλει) |
| Πτωχού πλουτούντος ο θάνατος πάρεισι. Κι αν ο φτωχός έγινε πλούσιος, ο θάνατος δεν είναι μακριά. |
| Πυρ εγγύς καλάμης ουκ ασφαλές. Φωτιά κοντά σε καλάμια δεν είναι ασφαλές. (για καταστάσεις με ρίσκο και κυρίως «επί του μη δειν τους νέους γυναιξί συνοικείν») |
| Πωλούντος μου ουκ ηγόραζες. Όταν εγώ πουλούσα εσύ δεν αγόραζες. (για ευκαιρία που προσφέρθηκε και χάθηκε) |
| Σάββατον, Κυριακή γειτνιώσα εορτή. Κυριακή κοντή γιορτή. [νεοελλ.] (για κάτι που θα γίνει σύντομα) |
| Σεμνείου καλώς σχόντος, καλόγηροι πλείστοι. Σε πλούσιο μοναστήρι, πολλοί καλόγεροι. |
| — «Στάζει σου η ρις, γαμβρέ.» — «Από του χειμώνος», έφη. — «Οιδά σε και του θέρους». (για ανεπρόκοπους) |
| Συ μεν κακά δράγματα, ο δε κακάς αμάλλας. Και συ κακό χερόβολο και εγώ κακό δεμάτι. [νεοελλ.] (επί συνυπευθυνότητος ή ομαδικής αναποτελεσματικότητος ή, ίσως, και επί ασυμφωνίας χαρακτήρων) |
| Τέθνηκεν η πενθερά μου, επλατύνθη μου γωνία. |
| Την οικίαν αυτού ο μη επαινών καλυπτέσθω υπ’ αυτής. Όποιος δεν παινεύει το σπίτι του πέφτει και τον πλακώνει. [νεοελλ.] |
| Τίνι διδούσι και ου λαμβάνει; Τίνα δέρουσι και ου φεύγει; Σε ποιον δίνουν και δεν παίρνει, ποιον δέρνουν και δεν φεύγει; [νεοελλ.] (για αδυναμία σωστής αντίδρασης) |
| Τίνι τυφλώ μισητή όψις; Ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του; [νεοελλ.] (για αυτονόητη συναίνεση στη λύση ενός προσωπικού προβλήματος) |
| Τις εν χερσί μέλι έχων, ου λείχει τα δάκτυλα; Ποιος δεν θα γλείψει τα δάχτυλά του, αν έχει μέλι στα χέρια του; (επί διαφθοράς κυρίως) |
| Χίλιαι νύμφαι τω νυμφίω, και τη νύμφη οι νυμφίοι Χίλιες νύφες του γαμπρού και χίλιοι γαμπροί της νύφης. [νεοελλ.] (για τους έχοντες πολλές επιλογές από τις οποίες πρέπει να καταλήξουν σε μία) |
| Χωλοί και τυφλοί τω πανοικτίρμονι πάντες. Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα. [νεοελλ.] |
| Υφάντου πταίσαντος ηπητής ετύφθη. Έφταιξε ο υφαντής και κατηγορήθηκε ο ράφτης. |
| Ίππου πταίοντος, σάγην δέρει. Φταίει τ’ άλογο και δέρνει το σαμάρι.[νεοελλ.] |
| Οίω διδασκάλω πάρει, τοιαδή και μαθήση. Μ’ όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.[νεοελλ.] |
| Οκνόν παιδίν, όλον νους. Τεμπέλικο παιδί, όλο εξυπνάδες. |
| Μωρός τε και αγρότης ξένοις πάθεσι γηράσκει. Τον μωρό και τον χωριάτη ξένη έγνοια τον γερνάει. [νεοελλ.] (για όσους δουλεύουν για τους άλλους) |
| Παιδί μη κλαίοντι μαστόν ου δίδωσιν. Άμα δεν κλάψει το παιδί, δεν το βυζαίνει η μάνα. [νεοελλ.] |
| Οφθαλμοί ευτυχείς, χείρες δε δυστυχείς. (θαυμασμός από μακριά) |
| Φεύγεις ώσπερ διάβολος εκ του θυμιαμάτου. [παρόμοια νεοελληνική] |
| Τι ει ουρανός εμπέση; Τι θα γίνει αν πέσει ο ουρανός [στο κεφάλι μας]; (για γελοίους φόβους) |
| Πολλοί τεθνηκότες επί προσκεφαλής αρρώστου. Πολλοί πεθαμένοι στο προσκεφάλι του αρρώστου. («Ότι πολλοί υγιαίνοντες προαποθνήσκουσι των νοσούντων») |
| Μικρόν δέλεαρ μέγαν ιχθύν εκβάλλει. Ένα μικρό δόλωμα βγάζει μεγάλο ψάρι.. |
| Μηδ’ άλεκτορίδας έχω, μηδ’ αλώπεκι μάχην. Ούτε κότες έχω ούτε με την αλεπού μαλώνω. [νεοελλ.] (για εξασφάλιση ηρεμίας με αποφυγή ευθυνών) |
| Ο τω ζέοντι καείς εμφυσά και το ψυχρόν. Όποιος καεί με το βραστό φυσάει και το ψυχρό. [νεοελλ.] |
| Κύνες υλακτούσιν, οδίται περώσι. Γαβγίζουν τα σκυλιά, περνάνε οι διαβάτες. [διεθν.] |
| Κακός χρόνος άπεισι, κακός δε γείτων ουκέτι. Ο κακός χρόνος περνάει, ο κακός γείτονας δεν περνάει. (επί μονίμων κακών) |
| Αμαθής αναξυρίδα περιθέμενος, πάσι ταύτην εδείκνυ. Ο χαζός έβαλε βρακί και το έδειχνε σε όλους. |
| Άνδρας μεν μαγείαις, παίδας δε φαρμάκοις. |
| Δίδει μου η μήτηρ μου ψωμίν, αλλά κάλλιον εστί ό,τι επαίρνω ατός μου. |
| Πολλοί αββάδες και λίγοι μοναχοί. |
| Τον γάδαρον τον εκούρευαν και από την άλλην ούλιζε. Τον γάιδαρο τον κούρευαν και από πίσω έβγαζε μαλλιά. [νεοελλ.] (ρήμα «ουλίζω» δεν υπάρχει) |
| Άτυχος νεώτερος την ιδίαν χώραν εκούρσευεν. (όταν δεν έχεις τύχη, οδηγείς τον εαυτό σου στην καταστροφή) |
| Άπαξ πυρρός και δέκατον χλωρός. Μια φορά κόκκινος και δέκα φορές πράσινος. (για όσους κοκκινίζουν όταν ζητούν, αλλά χλωμιάζουν όταν είναι να δώσουν ή να επιστρέψουν) |
| Ο μυλωνάς αφρόσας τα γένεια του τινάσσει. (στην ανάγκη καταφεύγει κανείς σε ό,τι μέσα διαθέτει· το «αφρόσας» είναι άγνωστη λέξη, ίσως εδώ εννοείται «πεινάσας») |
| Οψέ τα άγια κούντουρα και σήμερα της Αναλήψεως. (με την έννοια, μάλλον, κάθε πράγμα στην ώρα του· τα κούντουρα ήταν η παραμονή της Αναλήψεως) |
| Όπου έχει περισσόν πιπέριν βάνει και εις τα λάχανά του. Όποιος έχει πολύ πιπέρι βάζει και στα λάχανα. [νεοελλ.] |
| Τι ωφελούν εκατό τυφλοί προς ένα βλέποντα; |
| Ο κακότυχος μηδέ εις το πανηγύρι. |
| Και σοι νυφίτζα, λέγω το, και συ ανδραδέλφη άκω το. Και σε σένα το λέω νύφη, και συ άκου το ανδραδέλφη. (αντίστοιχο του «τα λέει στην πεθερά για να τ’ ακούσει η νύφη») |
| Κάλλιστον αρνίον δύο μητέρας βυζαίνει. Το ήμερο τ’ αρνί βυζαίνει από δυο μανάδες. [νεοελλ.] |
| Και τις λέγει τω λέοντι ότι όζει το στόμα σου; |
| Ο μωρός νομίζει εαυτόν πάντων συνετώτατον. |
| Όσον εξέπεσε το υννίν, πάλι βελόνη σώζει. Όσο και να φθαρεί το υνί, είναι πιο χρήσιμο από βελόνι. |
| Το κέρδος άνδρα εξυπνίζει. |
| Δύο όνοι εμάχοντο επί ξένης θημωνίας. Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα. [νεοελλ.] |
| Ός ουκ ακούει των γονέων, ακούει των ορνέων. |
| Άνθρωπε, ενεπρήσθη σου ο οίκος. Ουδέν δεινόν, εγώ γαρ κατέχω την κλειν. Άνθρωπε, κάηκε το σπίτι σου. Κανένα πρόβλημα, έχω εγώ το κλειδί. |
| Ώδε ολκάδες κατέδυσαν, και σοι ακάτιον ποι πλεις; Εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν. [νεοελλ.] (ολκάς=αρχαίο εμπορικό πλοίο με στρογγυλό και βαθύ κύτος) |
| Τον κολυμβητήν μη βλέπε κατά την κατάδυσιν, αλλά κατά την ανάδυσιν. |
| Ό φρονεί τις ύστερον, πόσον αν ην, ει πρότερον τούτο εφρόνει. Αυτός που κάνει δεύτερες σκέψεις εκ των υστέρων, πόσο καλύτερα θα τα είχε πάει αν το είχε σκεφτεί από πριν. |
| Όπερ ημείς είχομεν μυστήριον τούτο η γειτονία ωδήν. Αυτό που εμείς έχουμε μυστικό, η γειτονιά το έχει κάνει τραγούδι. |
| Μωρός, ει μη εστώς απαγορεύσει, ου κάθηται. Ο χαζός, αν δεν του απαγορεύσεις να είναι όρθιος, δεν κάθεται. |
| Ει μη έοικας, ουκ επιγαμβρεύεις. Αν δεν ταίριαζες, δεν θα γινόσουν γαμπρός. |
| Βασιλικός μόλυβδος ου καταδύεται. (το εκλεκτό δεν χάνεται εύκολα) |
| Καλόν ορνίθι εις την αυλήν, και άρα γεννά και μη γεννά. (καλό είναι να έχεις κάτι χρήσιμο, ακόμη κι αν δεν αποδίδει τα αναμενόμενα) |
| Εάν μη πάθης, ου μη μάθης. [νεοελλ.] |
| Φιλούσιν αλλήλους ώσπερ γαλή και κύων. Αγαπιούνται σαν τον σκύλο με τη γάτα. [νεοελλ.] |
| Τον κύνα ποίησον σύντεκνον και το ραβδίον σου βάσταζε. Κάνε τον σκύλο φίλο και βάστα το ραβδί σου. |
| Την γραυν εις τ’ ακρωτήριον αϊτανόφρυν καλούσι. Τη γριά στο ακρωτήρι γαϊτανοφρυδού τη λένε. (στο ακρωτήρι –τόπο φτωχό και με λίγους ανθρώπους– δεν μπορεί να έχει κανείς πολλές απαιτήσεις) |
| Πόλις και νόμος, κώμη και έθος. |
| Ανδρός καλώς πράσσοντος έγγιστα φίλοι· ανδρός κακώς πράσσοντος εκποδών φίλοι. Στον ευημερούντα οι φίλοι είναι κοντά. Στον κακότυχο φεύγουν. |
| Φίλε μου εν τη ανάγκη μου και μη εν τη σπατάλη μου. Σε θέλω να είσαι φίλος όταν έχω ανάγκη και όχι [μόνο] όταν σπαταλούμε λεφτά. |
| Από κακού δανειστού, καν σακκίον αχύρου. Από κακοπληρωτή [δέξου ακόμα] και ένα σακί άχυρο. [νεοελλ.] |
| Έτρωγε και τα οψάρια μου και πτύει και τα γένεια μου. |















