gnomikologikon

Γνωμικολογικον

Αποφθέγματα, Γνωμικά, Αφορισμοί, Ρητά, Παροιμίες
 
 
 

Περί Γνωμικών





Αποφθεγματα Όμηρος Σωκράτης Επίκουρος Πλάτων Αριστοτέλης Ιούλιος Καίσαρ Λάο Τσε Σαίξπηρ Πασκάλ Βενιαμίν Φραγκλίνος Γουίλιαμ Μπλέικ Ναπολέων Γκαίτε Καρλ Μαρξ Μπίσμαρκ Λίνκολν Νίτσε Όσκαρ Ουάιλντ Μπέρναρ Σω Καβάφης Γκάντι Λένιν Αϊνστάιν Σαρτρ Κέννεντυ

Gnomikologikkon

Γενικές πληροφορίες, ορολογία και ιστορική ανασκόπηση

I) Ορολογία

Ο όρος «Γνωμικό» είναι γενικός και περιλαμβάνει ρήσεις από γνωστές (συνήθως) προσωπικότητες, εκκλησιαστικά ρητά, φράσεις από λογοτεχνικά κείμενα, επιγράμματα ευφυολογήματα, παροιμίες (που είναι λαϊκά γνωμικά), ιστορικές φράσεις, κ.λπ.

Οι λέξεις «Γνωμικό», «Αφορισμός», «Ρητό», «Απόφθεγμα», «Ρήση» είναι βασικά συνώνυμες. Ταυτίζονται επίσης και με άλλες παρόμοιες λέξεις που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν για να δηλώσουν το ίδιο πράγμα, όπως «Αξίωμα», «Παράγγελμα», ακόμη και «Παροιμία» (πριν ο όρος εξειδικευθεί σε ρήσεις λαϊκής σοφίας).
Οι Αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο «Γνώμη».

Ο όρος «Γνωμικό» είναι ο πλέον αντιπροσωπευτικός, συχνά όμως, στο ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ, χρησιμοποιούνται αντ’ αυτού και οι όροι «Απόφθεγμα», «Αφορισμός», «Ρητό» ή «Ρήση».

Αν και συνώνυμες αυτές οι λέξεις έχουν ανεπαίσθητες διαφορές:

  • Το Απόφθεγμα είναι πιο βαρύγδουπο· είναι μια λίγο -πολύ γνωστή φράση, αναγνωρισμένης αξίας, από κάποια γνωστή προσωπικότητα.
  • Ο Αφορισμός εμπεριέχει μια υποψία εμμονής και έλλειψης επιχειρημάτων για την αλήθεια του.
  • Το Ρητό έχει πιο κλασικό χαρακτήρα και περιορίζεται σε ειδικές κατηγορίες γνωμικών (Εκκλησιαστικά Ρητά, Λατινικά Ρητά).
  • Η Ρήση είναι λιγότερο διαδεδομένος και κάπως πιο ανάλαφρος όρος: κάτι που είπε κάποιος, κάποτε.

Όμηρος

Το Γνωμικό είναι ο όρος-ομπρέλα που υπερκαλύπτει όλους αυτούς τους όρους και επιπλέον στεγάζει άνετα και μερικές υποκατηγορίες που συμπεριλαμβάνονται στο site, όπως: Ευφυολογήματα, Ιστορικές Φράσεις, Επιγράμματα κ.λπ. Περιλαμβάνονται βέβαια και οι Παροιμίες, που είναι λαϊκά γνωμικά. Το μόνο είδος φράσεων που δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν Γνωμικά, αν και είναι μέρος του Γνωμικολογικού, είναι οι Παροιμιακές φράσεις.

  • Η Παροιμία είναι ένα σύντομο λαϊκό γνωμικό (έμμετρο ή πεζό) που εκφράζει αλληγορικά ή σκωπτικά μια αλήθεια και που αποτελεί προϊόν μακρόχρονης πείρας και λέγεται για να παραδειγματίσει, να διδάξει ή για να σχολιάσει μια κατάσταση.
  • Οι Παροιμιακές Φράσεις είναι ένα είδος φράσεων που δεν έχει να κάνει με γνωμικά, αν και συγγενεύει με τις παροιμίες ως προς το λαϊκό ή και αλληγορικό τους χαρακτήρα. Πρόκειται για σύντομες φράσεις που δεν αποτελούν «διατύπωση κρίσης», δεν τις χρησιμοποιούμε δηλαδή για να διατυπώσουμε μια άποψη, αλλά για να κάνουμε ένα χαρακτηρισμό. Παραδείγματα: «βίος και πολιτεία», «κόπρος του Αυγείου». Πάντως τα όρια με τις Παροιμίες είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα.

Για τους ρέκτες των γνωμικών θα ήταν χρήσιμη η παράθεση της ορολογίας σε άλλες γλώσσες:

  • αγγλικά : aphorism, quotation, quote, maxim, saying
  • γαλλικά : aphorisme, sentence, citation, maxime
  • Η παροιμία στα αγγλικά: proverb και στα γαλλικά: proverbe.


II) Ιστορικό


ancient Greece

Η Γενική Εικόνα

Σε κάποιες εποχές –όπως λ.χ. στην εποχή του Διαφωτισμού- τα Γνωμικά θεωρήθηκαν σαν ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος. Αυτή η άποψη είναι ενδεχομένως υπερβολική, αν μη τι άλλο, επειδή δεν υπάρχει ο απαιτούμενος όγκος έργων που να ανήκουν σ’ αυτό το είδος και που να δικαιολογεί αυτήν την άποψη. Χωρίς αμφιβολία όμως, τα γνωμικά και οι παροιμίες αποτελούν ένα αξιοπρόσεκτο κεφάλαιο της ιστορίας του πολιτισμού.

Είναι σίγουρο πως οι άνθρωποι άρχισαν να επινοούν παροιμίες και γνωμικά πολύ πριν υπάρξει η γραφή. Και για την ευκολία τους, χρησιμοποίησαν το καλύτερο βοήθημα που υπήρχε ανέκαθεν: το μέτρο, τον ρυθμό. Παροιμίες και λαϊκά γνωμικά ήταν συνήθως έμμετρα μονόστιχα ή δίστιχα –και εξακολουθούν ως τώρα να είναι- βασικά επειδή το ποσοστό αγραμμάτων ήταν πάντα υψηλό και το μέτρο, εκτός από το ότι προσδίνει μια καλλιέπεια στο λόγο, βοηθάει και τη μνήμη.

Όταν άρχισε να διαδίδεται η γραφή και υπήρχε η δυνατότητα για την εξασφάλιση μιας διάρκειας στα πτερόεντα έπη, άρχισαν να συγκεντρώνεται και να διατυπώνεται γραπτά όλη η ως τότε προφορική παράδοση στην οποία εξέχουσα θέση είχαν εξαρχής οι παροιμίες και τα γνωμικά που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.

Όμως με την ανάπτυξη της τέχνης του γραπτού λόγου, δίπλα στις ανώνυμες λαϊκές φράσεις άρχισαν να αναπτύσσονται τα γνωμικά σαν ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος. Διότι, ρητά που εκφράζουν επιγραμματικά μια πρακτική αλήθεια μπορούσε να προφέρει κάθε έμπειρος άνθρωπος του λαού και η ρήση του να αρέσει, να διαδοθεί και να επιζήσει στη γλώσσα μιας περιοχής ή ενός ολόκληρου λαού, αλλά το ίδιο μπορούσε να γίνει πλέον και εκ προθέσεως από άτομα προικισμένα με το χάρισμα της ποιητικής δημιουργίας. Να εκφράζουν δηλαδή γνώμες επικυρωμένες πλέον με τη σφραγίδα της τέχνης και της πνευματικής ποιότητας.

Τα γνωμικά και οι παροιμίες έθελξαν πολλούς λαούς από την αρχαιότητα (πιθανότατα όλους, αλλά δεν υπήρξε σε όλους γραπτός λόγος για να είμαστε σίγουροι). Οι αρχαίοι λαοί πολύ συχνά απέδιδαν θεόπνευστη έμπνευση σε συλλογές γνωμικών. Οι Ινδοί έχουν σπουδαίες συλλογές γνωμικών, το ίδιο και οι Σουμέριοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι και βεβαίως οι Πέρσες. Από την αρχαία αυτή Γνωμολογία το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εκείνη των Εβραίων, για τον πολύ απλό λόγο ότι ορισμένες συλλογές συμπεριλήφθηκαν στην Αγία Γραφή και αποτελούν πλέον ιερά βιβλία του χριστιανισμού, όπως «Ο Εκκλησιαστής», η «Σοφία Σειράχ», η «Σοφία Σολομώντος» και κυρίως οι «Παροιμίες» που αποδίδονται στον Σολομώντα αλλά μάλλον πρόκειται για συρραφή παλαιότερων συλλογών γνωμικών, κάποιες από τις οποίες ανιχνεύονται πίσω στο βάθος των αιώνων, στην Αίγυπτο.

Faistow

Με μια πρώτη, γρήγορη ματιά στην ιστορία των γνωμικών ξεχωρίζουν τρεις περίοδοι στις οποίες τα γνωμικά και οι παροιμίες είχαν κυρίαρχο ρόλο στην πνευματική δημιουργία και, προσωρινά έστω, υπήρξαν αυθύπαρκτο λογοτεχνικό είδος:

  • Η πρώτη από αυτές τις περιόδους ήταν η προκλασική Ελλάδα (έως το τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα), κυρίως λόγω της απουσίας άλλου λογοτεχνικού είδους -πλην της ποίησης- και της ευνόητης δυσχέρειας για μακροσκελή γραπτά κείμενα. Την εποχή αυτή έχουμε τα αποφθέγματα των επτά σοφών, τα Δελφικά Παραγγέλματα, τους λεγόμενους Γνωμικούς ποιητές, τους μύθους του Αισώπου.
  • Η δεύτερη περίοδος είναι η περίοδος του λυκόφωτος του Ελληνικού πνεύματος που άρχισε στους Αλεξανδρινούς χρόνους και συνεχίστηκε στη ρωμαϊκή εποχή. Λίγο πριν, κατά την κλασική περίοδο (5ος και 4ος π.Χ. αι.) η παραγωγή των ποιητικών αριστουργημάτων και ο πλούτος των φιλοσοφικών ιδεών άφησε μικρό περιθώριο για παραγωγή αμιγώς γνωμικολογικών έργων. Στη συγκεκριμένη μετακλασική περίοδο όμως ο πολύς κόσμος είχε ξεσυνηθίσει να μελετά αυτούσια τα μεγάλα κλασικά έργα και προτιμούσε αποσπάσματα που του έδιναν μια γρήγορη επιφανειακή γνώση. Έτσι, την εποχή αυτή έχουμε πληθώρα γνωμολογιών και ανθολογιών με αποκορύφωμα -και πολύτιμη κατάθεση- το Ανθολόγιο του Ιωάννη Στοβαίου.
  • Η τρίτη περίοδος είναι ο 17ος και ο 18ος αιώνας, κυρίως στη Γαλλία. Η περίοδος αυτή άρχισε ουσιαστικά με τον Έρασμο στις αρχές του 16ου αιώνα, απογειώθηκε με τον Λα Ροσφουκώ τον 17ο αιώνα και συνεχίστηκε για δυο αιώνες περίπου, οπότε τα γνωμικά και η συγγραφή γνωμικών είχαν γίνει πολύ της μόδας, για να συναντήσει τον «ξαφνικό θάνατο» στο τέλος του 19ου αιώνα (με τρόπο που θα περιγραφεί στη συνέχεια).

Το ενδιαφέρον για τα ρητά και τα αποφθέγματα φαίνεται ότι σημειώνεται σε δύο διαφορετικές φάσεις της πνευματικής εξέλιξης των λαών: Μια πρώτη όταν η καλλιέργειά τους βρίσκεται στην αρχή της και μια δεύτερη όταν αρχίσει να ξεπέφτει . Στην αρχή το ανθρώπινο πνεύμα δεν είναι ακόμα σε θέση και αργότερα δεν έχει πια τη διάθεση να επιδίδεται σε διαλεκτική και σε βάθος έρευνα της γνώμης που του προσφέρεται. Προτιμά την κατηγορηματική κατάφαση που δεν προϋποθέτει ανάλυση και αιτιολόγηση. Γι’ αυτό καταφεύγει στα γνωμικά.

Στη σημερινή εποχή δεν υπάρχει η υστερία που σημειώθηκε στις παραπάνω περιόδους αλλά φαίνεται πως υπάρχει και πάλι ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για αποφθεγματικές φράσεις. Ένας λόγος είναι σίγουρα αυτός που αναφέρθηκε πιο πάνω: ή έλλειψη διάθεσης και κουλτούρας –ίσως και χρόνου- για μια σε βάθος ανάλυση της γνώσης και της γνώμης. Και η ευκολία που υπάρχει στην απομνημόνευση αποσπασμάτων σε σχέση με την προσπάθεια που απαιτείται για συστηματική μελέτη θεωριών και μεγάλων έργων.

Πέρα όμως από αυτήν την απαξιωτική για τα γνωμικά άποψη, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι συντρέχει πλέον και ένας άλλος πολύ σοβαρός λόγος: ο όγκος της πνευματικής παραγωγής όλων των περασμένων αιώνων όπως και ο όγκος των πληροφοριών που παράγεται καθημερινά είναι πια τόσο μεγάλος που μόνο αποσπασματικά μπορεί να γίνει γνωστός. Επομένως η σταχυολόγηση των σημαντικών φράσεων και η αποθησαύριση της σκέψης γίνεται μονόδρομος για τους εραστές της γνώσης. Και γι’ αυτό παραμένει ζωντανή η αγάπη των ανθρώπων –των φιλομαθών τουλάχιστον ανθρώπων- για τα γνωμικά και εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη για τη δημιουργία ανθολογιών και ιστοσελίδων όπως το www.gnomikologikon.gr.



Αρχαιότητα

ancient Greece

Αρχαία Ελλάδα

Η εξέλιξη του είδους στις χώρες του δυτικού πολιτισμού άρχισε –όπως όλα- από την Ελλάδα.

Στον ελληνικό χώρο κυκλοφορούσαν από πολύ νωρίς παροιμίες και γνωμικά.

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν για τα γνωμικά τον όρο «γνώμαι», ενώ οι διάφορες ανθολογίες γνωμικών που τακτικά κυκλοφορούσαν έφεραν συνήθως τον τίτλο «Γνωμολογία».

Το πρώτα λογοτεχνικά έργα του Δυτικού Πολιτισμού υπήρξαν τα Ομηρικά έπη (για πολλούς, και το καλύτερα). Ήταν επόμενο, τα μεγάλα αυτά έργα να εφοδιάσουν με πλούσιο υλικό γνωμικών και φράσεων όλη την αρχαιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιούνται ακόμα («Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης»).

Για τη Δύση λοιπόν η πρώτη κύρια πηγή αποφθεγματικών φράσεων ήταν τα έργα του Ομήρου. Οι άνθρωποι τόσο στην κλασική αρχαιότητα, αλλά και αργότερα κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή εποχή, επιδίωκαν να εμπλουτίζουν το λόγο τους με μνημειώδεις στίχους από το ομηρικά έπη.

Ακολουθεί ο Ησίοδος (γύρω στον 8ο π.Χ. αι.) που με το έργο του «Έργα και Ημέραι» τροφοδότησε επίσης την αρχαία γραμματεία με πλούσιο αποφθεγματικό υλικό. Ίσως ο Ησίοδος να μπορεί να θεωρηθεί σαν ο πρώτος γνωμικογράφος («…αεργίη δε τ’ όνειδος»)

Στο σημείο αυτό να τονίσουμε τη σημασία των μύθων για την εξέλιξη των γνωμικών. Οι παροιμίες συγγενεύουν με τους μύθους, γιατί πολύ συχνά συνοψίζουν ή υπαινίσσονται κάποιον μύθο, δηλαδή μια σύντομη αλληγορική ιστορία. Οι μυθογράφοι ανέκαθεν υπήρξαν συγχρόνως και γνωμολόγοι. Συχνά τελειώνουν το μύθο τους με ένα επιμύθιο, δηλαδή ένα γνωμικό που συνοψίζει ρητά το δίδαγμά του. Ο πρώτος και ο επιφανέστερος μυθοποιός υπήρξε φυσικά ο Αίσωπος, τον 6ο π.Χ. αιώνα, οι ιστορίες του οποίου συχνά κατέληγαν σε διαχρονικής αξίας ρητά («Όμφακες εισίν»).

Σχεδόν δυο αιώνες μετά τον Ησίοδο έχουμε τους ποιητές που αποκαλούνται Γνωμικοί. Σημαντικότερος από αυτούς ο Θέογνις, που βασικά ήταν ελεγειακός ποιητής, αλλά οι ελεγείες του προφανώς εκτιμήθηκαν και για την αποφθεγματική τους αξία. Στον Θέογνι αποδίδονται 1230-1400 γνωμικοί στίχοι στους οποίους προστέθηκαν από μεταγενέστερους –όπως συμβαίνει κατά κόρον με τις συλλογές από την αρχαιότητα– πολλά αδέσποτα δίστιχα και γνωμικά που αποδόθηκαν στον Θέογνι. Γνωμικός υπήρξε και ο σύγχρονός του Φωκυλίδης του οποίου τα ελάχιστα σωζόμενα γνωμικά αρχίζουν με τη φράση «Και τόδε Φωκυλίδεο» («και αυτό –το ωραίο- το είπε ο Φωκυλίδης»). Άλλοι ποιητές που μπορούν να ταξινομηθούν σ’ αυτήν την κατηγορία είναι ο Αρχίλοχος, ο Μίμνερμος, ο Ξενοφάνης.

Περί τον 6ο π.Χ. αιώνα έχουμε τα περίφημα ρητά των εφτά σοφών της αρχαίας Ελλάδας (Θαλής, Σόλων, Περίανδρος, Πιττακός, Χίλων, Κλεόβουλος, Βίας). Σημειωτέον ότι οι εφτά σοφοί θεωρούνταν ήδη αρχαίοι και από τους Έλληνες της κλασικής αρχαιότητος!

Για τα σοφά ρητά αυτών των σοφών, ίσως για πρώτη φορά, υιοθετείται ο όρος «απόφθεγμα».

Οι επτά σοφοί συνδέονται άμεσα και με τα περίφημα Δελφικά Παραγγέλματα. Το Μαντείο των Δελφών ήταν γνωστό όχι μόνο για τους χρησμούς του, αλλά και για το μεγάλο αριθμό παραγγελμάτων που ήταν λιτά και μεστά αποφθέγματα 2 έως 5 λέξεων. Τα περισσότερα ανήκαν στους 7 σοφούς και ήταν χαραγμένα είτε στον πρόσθιο τοίχο του Πρόναου είτε επί του υπέρθυρου είτε επί των στηλών του ναού περιμετρικά. Κατά τον Σωσιάδη («Των Επτά Σοφών Υποθήκαι»), τα επιγράμματα περιλαμβάνουν 147 παραγγέλματα, αλλά υπήρχαν και πίνακες που περιείχαν χωριστά τα παραγγέλματα ενός εκάστου των Επτά.

Γενικά οι εφτά σοφοί δεν άφησαν γραπτό έργο αλλά κληροδότησαν στην ανθρωπότητα αυτά τα σύντομα αποστάγματα της σοφίας τους και έκαναν μια ουσιαστική συμβολή στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά τους αποφθέγματα: «Μέτρον άριστον», «Μηδέν άγαν», «Γνώθι σαυτόν», «Μελέτη το πάν».

Ο σχεδόν σύγχρονος των επτά σοφών, και εν πολλοίς πιο σημαντικός, Πυθαγόρας άφησε επίσης παρακαταθήκη γνωμικών καθόσον, εκτός από τα σωζόμενα θραύσματα της διδασκαλίας του και τα ανέκδοτα του βίου του, σ’ αυτόν αποδίδονται και τα Χρυσά έπη –μια συλλογή από 70 περίπου παραγγέλματα– που μάλλον όμως είναι πολύ μεταγενέστερα. Δείγματα: «Σπεύδε βραδέως», «Μηδέν θαυμάζειν».

Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του Σιμωνίδη του Κείου (556 π.Χ.-469 π.Χ.) που ήταν έξοχος λυρικός ποιητής αλλά και συνθέτης επιγραμμάτων (επιτύμβιων κ.ά.), μεταξύ των οποίων το αθάνατο «Ω ξείν’ αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις…» για τους πεσόντες των Θερμοπυλών.

Τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα ήρθε η σειρά των τραγικών ποιητών. Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης περιελάμβαναν στα χορικά και στους διαλόγους χαρακτηριστικές φράσεις, που το αθηναϊκό κοινό συνήθως υιοθετούσε και επαναλάμβανε. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον Αριστοφάνη.

Οι μεγάλοι φιλόσοφοι, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης κ.ά., άφησαν και αυτοί αξιομνημόνευτα αποφθέγματα, αν και δεν συμπεριλαμβανόταν στις προθέσεις τους να δώσουν σύντομες συμβουλές όπως έκαναν οι επτά σοφοί ή να εκστομίσουν έξυπνες ατάκες όπως επεδίωκαν οι ποιητές. Ο Αριστοτέλης μάλιστα στη Ρητορική δίνει και ένα σύντομο –αλλά όχι ταυτόσημο με τη σημερινή έννοια– ορισμό του τι εστί γνωμικόν.

Ιδιαίτερης μνείας αξίζει το έργο «Αφορισμοί» του πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη, που το έγραψε περί το 400 π.Χ. και που υπήρξε πολύτιμο εγχειρίδιο για όλους τους γιατρούς μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Το βιβλίο αυτό περιέχει κυρίως ιατρικά παραγγέλματα και διαγνωστικές οδηγίες. Παρόλο που δεν πρόκειται για αμιγώς γνωμικογραφικό έργο, έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία των γνωμικών γιατί κληροδότησε τον διεθνή όρο «αφορισμός». Επιπλέον περιέχει και το κλασικό: «Η τέχνη μακρά, ο βίος βραχύς…», που είναι το πρώτο παράγγελμα του βιβλίου.

Άλλη αξιοπρόσεκτη περίπτωση είναι ο Μένανδρος (342-292 π.Χ.), που, αν και δεν συγκαταλέγεται στους κορυφαίους του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, οφείλουμε σ’ αυτόν μερικά από τα πιο γνωστά αρχαία ρητά, όπως «Έστιν δίκης οφθαλμός…», «…ου γαρ έρχεται μόνον», «Δρυός πεσούσης…» και άλλα πολλά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σώζονται μόνο 5 ελλιπή έργα του, αλλά έφτασε μέχρι τις μέρες μας μια ανθολόγηση γνωμικών από τις 100 και πλέον κωμωδίες του, με τον τίτλο «Μενάνδρου γνώμαι μονόστιχοι», η οποία χρησιμοποιήθηκε για πολλούς αιώνες σαν διδακτικό βιβλίο.

Με αφορμή αυτό το έργο πρέπει να επισημάνουμε πως η αγάπη των αρχαίων για τα γνωμικά οδήγησε στη δημιουργία πολλών ανθολογιών. Μια από τις πρώτες ανθολογίες γνωμικών, από την προκλασική ακόμα περίοδο, ήταν αυτή που κατήρτισε ο Λόβων ο Αργείος. Οι πρώτες αυτές γνωμολογίες δεν σώθηκαν, χρησίμευσαν όμως σαν πηγή για μεταγενέστερες ανθολογίες που τελικά έφτασαν μέχρι τις μέρες μας.

Χάρη σ’ αυτή τη συνήθεια των αρχαίων να σταχυολογούν και να παραθέτουν γνώμες, περισώθηκαν και έφτασαν μέχρι σε εμάς αποσπάσματα από έργα που διαφορετικά θα μας ήταν παντελώς άγνωστα. Από πολύ μεγάλους στοχαστές όπως ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος ή ο Επίκουρος δεν θα γνωρίζαμε σχεδόν τίποτα αν θραύσματα από το έργο και τη σκέψη τους δεν είχαν επιβιώσει με αυτόν τον τρόπο.






ancient Greece

Ρωμαϊκή Eποχή

Οι συλλογές γνωμικών, ανθολόγια κ.λπ. που διασώθηκαν ανήκουν στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή εποχή. Ο πιο σημαντικός αυτής της περιόδου είναι ο Πλούταρχος (1ος μ.Χ. αι,) που εκτός από τον πλούτο των μεγαλοφυών παρατηρήσεων που περιέχουν οι «Βίοι Παράλληλοι» μας άφησε και μεγάλες συλλογές γνωμικών: «Αποφθέγματα Βασιλέων και Στρατηγών» και «Αποφθέγματα Λακωνικά».


Ένα–δυο αιώνες αργότερα γράφτηκαν και άλλες τέτοιες συλλογές. Έτσι έχουμε την «Ποικίλη Ιστορία» του Κλαυδίου Αιλιανού (Ρωμαίου που έγραφε Ελληνικά, 2ος μ.Χ. αι.) ,το «Δειπνοσοφισταί» του Αθηναίου από την Ναυκρατίδα της Αιγύπτου (3ος αι. μ.Χ.) και το πιο σύνθετο, αλλά και πιο πολύτιμο, «Βίοι Φιλοσόφων» του Διογένη Λαέρτιου.

Δυο άλλες εξαιρετικές συλλογές αυτής της περιόδου είναι το «Εγχειρίδιον» του Επίκτητου που γράφτηκε μετά το θάνατο του φιλοσόφου από τον μαθητή του Φλάβιο Αριανό και οι υπέροχες σκέψεις του αυτοκράτορα και στωικού φιλοσόφου Μάρκου Αυρήλιου , «Τα εις εαυτόν». Το έργο αυτό γράφτηκε στα ελληνικά και ήταν σημειώσεις για προσωπική μόνο χρήση, αλλά διασώθηκαν, άγνωστο πώς, σε κάποιο χειρόγραφο που ανατυπώθηκε τον 16ο αιώνα, οπότε έγινε γνωστό ευρύτερα και επηρέασε σημαντικούς στοχαστές της Αναγέννησης.

Ο Μάρκος Αυρήλιος δεν ήταν ο μόνος Ρωμαίος ηγέτης που μας έδωσε αξιόλογα αποφθέγματα. Εξαιρετικές είναι και οι διάφορες ρήσεις του Κικέρωνα, που ως γνωστόν ήταν σπουδαίος ρήτορας, αλλά και του Ιουλίου Καίσαρα που μας άφησε κάποιες ιστορικές φράσεις («Ήλθα, είδα, νίκησα»). Ο Καίσαρας μάλιστα πέρα από το μνημειώδες έργο για τους Γαλάτες είχε εκδώσει στα νιάτα του και συλλογή αποφθεγμάτων, που δεν διασώθηκε, με τίτλο Apopthegmaton collectanea. Κάτι αντίστοιχο είχε κάνει και ο Κικέρων. Οι συλλογές αυτές ήταν περισσότερο συνονθυλεύματα ευφυολογημάτων, και πιθανότατα αισχρολογιών, πράγμα που εξηγεί γιατί δεν διασώθηκαν.

Άλλοι Ρωμαίοι που αξίζει να αναφερθούν είναι ο Γιουβενάλης (1ος μ.Χ. αι.) που πρωτίστως ήταν σατιρικός ποιητής αλλά μας κληροδότησε μερικά κλασικά ρητά νους υγιής εν σώματι υγιεί», «ποιος θα μας φυλάει από τους φύλακες»), ο Μαρτιάλης που ήταν ποιητής επιγραμμάτων και κυρίως ο Πουβλιλιος Σύρος που τον 1ο αι. μ.Χ. εξέδωσε μια πολύ πετυχημένη συλλογή με 730 γνωμικά. Επίσης ο στωικός φιλόσοφος Σενέκας στο έργο του, και κυρίως στις «Επιστολές στον Λουκίλιο», παραθέτει άφθονα γνωμικά.

Τέλος, μια άλλη ρωμαϊκή συλλογή που παρέμεινε δημοφιλής επί πολλούς αιώνες ήταν η “Disticha de moribus ad filium” με 140 δίστιχα συμβουλών προς το γιο του από τον Διονύσιο Κάτωνα (3ος μ.Χ. αιώνας), ο οποίος δεν πρέπει να μπερδεύεται με τον πολύ προγενέστερο και διάσημο συνονόματό του Κάτωνα τον Πρεσβύτερο, που είχε γράψει κάτι παρόμοιο το οποίο όμως δεν σώζεται.


Justinianus

Βυζάντιο

Στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, διατηρήθηκε το ενδιαφέρον και η αναδρομή στους αρχαίους Έλληνες και στις γνώμες των κλασικών συγγραφέων. Με τον καιρό όμως, η θρησκοληψία και το μίσος κατά των εθνικών απομάκρυνε το λαό από τους προγόνους, που άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για θρησκευτικά και δογματικά ζητήματα και για τις διδασκαλίες των πατέρων της Εκκλησίας, παρά για τα διδάγματα και τις γνώμες των εθνικών φιλοσόφων και ποιητών.

Όπως ήταν φυσικό την εποχή αυτή επικράτησαν στον αποφθεγματικό λόγο τα χωρία της Αγίας Γραφής και οι λόγοι των Πατέρων που αναμφισβήτητα περιείχαν άφθονο τέτοιο υλικό.

Πάντως τον 5ο αιώνα μ.Χ. έχουμε μια πάρα πολύ αξιόλογη συλλογή αρχαίων γνωμικών. Πρόκειται για ανθολογία που κατάρτισε ο Ιωάννης Στοβαίος από τους Στόβους της Μακεδονίας. Ο συγγραφέας θέλοντας να αφήσει στο γιο του Σεπτίμιο μια παρακαταθήκη σοφίας, ώστε να βελτιώσει τα ελαττώματα του χαρακτήρα του, συγκέντρωσε στο έργο του αυτό 500 αποσπάσματα της σοφίας 204 φιλοσόφων και ιστορικών, αρχίζοντας από τον Όμηρο και καταλήγοντας στους νεοπλατωνικούς. Κολοσσιαία εργασία που καλύπτει σχεδόν 12 αιώνες. Ο Στοβαίος βασίστηκε κατά μεγάλο μέρος σε παλαιότερες ανθολογίες που έχουν χαθεί και χάρη σ’ αυτόν σώζονται πάμπολλα αποσπάσματα αρχαίων συγγραφέων. Το έργο του χωρίστηκε σε 2 βιβλία το «Ανθολόγιο» και το «Εκλογαί φυσικαί και ηθικαί», ενώ τα γνωμικά και τα αποσπάσματα χωρίζονται σε κατηγορίες («Περί Αρετής», «Περί Έρωτος», «Περί Πολέμου», «Περί Ακολασίας» κλπ).

Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, υπάρχουν και μεταγενέστερες συλλογές από αυτή του Στοβαίου που δεν ήταν όμως ακριβώς συλλογές γνωμικών, αλλά ανθολογήσεις κειμένων κυρίως χριστιανικών, με διάσπαρτα αποσπάσματα από αρχαίους συγγραφείς και κάποια γνωμικά. Τέτοιες συλλογές ήταν τα «Κεφάλαια Θεολογικά» του Μαξίμου του Ομολογητή (7ος αιών), τα «Ιερά Παράλληλα» του Ιωάννη Δαμασκηνού (8ος αιώνας), «Γνώμαι συλλεγείσαι» υπό Ιωάννου Μονάζοντος κ.λπ.

Επίσης στις αρχές του 9ου αιώνα, η Κασσιανή εκτός από το γνωστό τροπάριό της και άλλους ύμνους, συνέθεσε και 789 μη λειτουργικούς στίχους, που ονομάστηκαν «γνωμικά», εμπνευσμένους κυρίως από πρόσωπα της εποχής της και από βίους Αγίων.

Στα τέλη του 10ου αιώνα έχουμε στο Βυζάντιο τη δημιουργία ενός από τα πιο σπουδαία έργα της παγκόσμιας γνωμικογραφίας. Πρόκειται για τη συλλογή που πολύ αργότερα έγινε γνωστή σαν «Παλατιανή Ανθολογία» .

Η Παλατινή Ανθολογία (Anthologia Palatina ) είναι συλλογή αρχαίων και βυζαντινών ελληνικών επιγραμμάτων που καλύπτει μια περίοδο ποιητικής δημιουργίας από τον 7ο αιώνα π.Χ. μέχρι το 600 μ.Χ.. Αποτελείται από 3700 επιγράμματα αποδιδόμενα σε περισσότερους από 370 ποιητές. Γράφτηκε από 4 άγνωστους γραφείς γύρω στα 980 και βασίζεται σε παλαιότερη συλλογή, την Ανθολογία του Κεφαλά , έργο του πρωθιερέα της αυτοκρατορικής αυλής Κωνσταντίνου Κεφαλά, που δεν σώζεται.

Το χειρόγραφο της συλλογής ανακαλύφτηκε το 1606 στην Παλατινή βιβλιοθήκη της Χαϊδελεμβέργης που τότε υπαγόταν στο κρατίδιο του Παλατινάτου, εξ ού και το προσωνύμιο που της δόθηκε. Η αξία της είναι μεγάλη γιατί διέσωσε το ελληνιστικό επίγραμμα που ήταν από τις κυριότερες εκφράσεις της ελληνικής ποίησης από τους Αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού. Μεγάλη επίσης είναι και η επίδραση που άσκησε στη δυτική φιλολογία.

Ένας άλλο ορόσημο της γνωμικολογίας υπήρξε ο μοναχός και λόγιος Μάξιμος Πλανούδης που γεννήθηκε στην Νικομήδεια της Βιθυνείας, γύρω στο 1255, και ο οποίος, μεταξύ πολλών άλλων σημαντικών δραστηριοτήτων, έγραψε σχόλια σε έργα της κλασικής ελληνικής γραμματείας (του Ησίοδου, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη, του Θουκυδίδη κ.α.) και τη συλλογή “Anthologia Planudea”, με 2.400 επιγράμματα σε 15.000 στίχους. Έγραψε επίσης την παλαιότερη σωζόμενη βιογραφία του Αισώπου και μετέφρασε τα δίστιχα του Διονυσίου Κάτωνος.
Είναι ενδιαφέρουσα η συσχέτιση της Πλανούδειας ανθολογίας με την Παλατιανή. Και οι δύο αντλούν το περιεχόμενό τους από την χαμένη ανθολογία του Κεφαλά. Αλλά η Παλατιανή είναι πιο πλούσια και πιο ακριβής. Ο Πλανούδης φαίνεται ότι έχει λογοκρίνει ή έχει κόψει πολλά τολμηρά επιγράμματα και έχει προσθέσει και άλλα 388 που δεν υπήρχαν στην Παλατιανή. Η ανθολογία του Πλανούδη δεν είχε χαθεί ποτέ και ήταν πολύ σεβαστή σε όλη τη Δύση, αλλά μετά την ανακάλυψη της Παλατιανής έχασε μεγάλο μέρος της αξίας της.

H Ανθολογία του Πλανούδη και η Παλατιανή συναποτελούν το corpus που συμβατικά ονομάζεται Ελληνική Ανθολογία.


Τα Γνωμικά στους Νεώτερους Χρόνους

erasmus

Αναγέννηση και Διαφωτισμός

Στη Δυτική Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα, όταν κάθε πνευματική δραστηριότητα έπεσε σε λήθαργο, δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη παραγωγή γνωμικών ούτε κάποια αξιόλογη ανθολογία. Δεν υπάρχουν καν γνωμικά από αυτήν την περίοδο πέρα από κάποιες ιστορικές φράσεις (όπως το έξοχο -και εντελώς Μεσαιωνικό- «σκοτώστε τους όλους, ο Θεός θα αναγνωρίσει τους δικούς του» του Arnaud Amaury )

Με την Αναγέννηση όμως όλα αλλάζουν. Και τα γνωμικά, όπως κάθε άλλη μορφή πνευματικής δημιουργίας, ξαναγεννιούνται.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα πρώτα σημαντικά κείμενα της Αναγέννησης είναι ένα γνωμικογραφικό κείμενο. Πρόκειται για τα Adagia του Έρασμου. Ο Έρασμος το 1500 δημοσίευσε την πρώτη έκδοση του “Adagiorum Collectanea” (συλλογή γνωμικών) , με 800 περίπου αρχαιοελληνικές και λατινικές φράσεις, που επανακυκλοφόρησαν το 1508 σε επαυξημένη έκδοση με τον τίτλο “Adagiorum Chiliades”. Στην τελική του έκδοση το έργο, που έμεινε γνωστό σαν “Adagia”, είχε 4150 περίπου γνωμικά από αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς. O Έρασμος χρωστάει τη σπουδαία του φήμη κυρίως σε αυτό το έργο, που αναθέρμανε σε όλη την Ευρώπη το ενδιαφέρον για τους αρχαίους συγγραφείς και που πλούτισε τις γλώσσες της Δύσης με πάμπολλες φράσεις που σήμερα θεωρούνται κοινότοπες («τον τραβάει από τη μύτη», «του έτριξε τα δόντια», «με το ένα πόδι στον τάφο», «αναγκαίο κακό» και άλλα πολλά). Λίγο πριν πεθάνει ο Έρασμος εξέδωσε και μια άλλη συλλογή τα “Apopthegmata” με αποσπάσματα κυρίως από τον Πλούταρχο.

Από τον Πλούταρχο είχε επηρεαστεί και o κατά τι μεταγενέστερος Montaigne (Μονταίν, 1533-1592), τα «Δοκίμια» ( “Essais”) του οποίου είναι ένα από τα πιο σημαντικά έργα της παγκόσμιας διανόησης, και ο οποίος με τη σειρά του επηρέασε άλλους μεγάλους στοχαστές όπως ο Pascal (Πασκάλ, 1623-1662) που συνέγραψε μεταξύ άλλων τους «Στοχασμούς» (“Pensées”) και ο Montesquieu (Μοντεσκιέ, 1689-1755). Οι μεγάλοι αυτοί στοχαστές δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τη συγγραφή γνωμικών ειδικά, αλλά το μεγάλο έργο τους αποτελεί θησαυρό στοχασμών και μνημειωδών φράσεων, δικών τους και ξένων.

Στο μεταξύ, μετά τον Έρασμο, έχουμε πληθώρα εκδόσεων, κυρίως στη Γαλλία, με γνωμικά που ήταν είτε ανθολογίες παλαιότερων κειμένων είτε έργα με πρωτότυπες σκέψεις των δημιουργών τους.

Στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος σημαντικό ρόλο έπαιξε η Μαρκησία ντε Σαμπλέ (Madame de Sablé, 1599-1678) από το σαλόνι της οποίας είχαν περάσει οι μεγαλύτερες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής (όπως ο Πασκάλ). Η κύρια διασκέδαση των φιλολογικών βραδιών της μαρκησίας ήταν η επινόηση και ανταλλαγή γνωμικών. Μετά το θάνατο της, δημοσιεύθηκε και ένα βιβλιαράκι με γνωμικά της, αλλά η μεγάλη συμβολή της είναι ότι σ’ αυτήν οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, ότι τα γνωμικά έγιναν πολύ της μόδας για τους επόμενους δύο αιώνες, ενώ η δράση του φιλολογικού της κύκλου ενέπνευσε πολυάριθμους συγγραφείς μεταξύ των οποίων και τον Λα Ροσφουκώ.

Ο Λα Ροσφουκώ (François VI duke de La Rochefoucauld, 1613-1680 ) υπήρξε ίσως ο μεγαλύτερος γνωμικογράφος όλων των εποχών. Σταδιοδρόμησε σαν αυλικός, στρατιωτικός και πολιτικός πριν αναγκασθεί από τον Ρισελιέ να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, οπότε και συνέγραψε το έργο "Réflexions ou sentences et maximes morales" (1625) , πιο γνωστό ως "Maximes" (Αξιώματα), που στην τελική του μορφή περιέχει 504 γνωμικά και αφορισμούς και θεωρείται το κλασικό έργο αυτού του λογοτεχνικού είδους.

Τα Αξιώματα του Λα Ροσφουκώ είχαν τεράστια επιτυχία και επηρέασαν πολύ τους συγχρόνους του, αλλά και μεταγενέστερους συγγραφείς. ‘Όπως ήταν φυσικό, το έργο του βρήκε πολλούς μιμητές και συνεχιστές. Δυο από αυτούς ξεχωρίζουν:

Ο πρώτος είναι ο περίφημος Ντε λα Μπυγιέρ (Jean de La Bruyère, 1645-1696). To έργο του «Οι χαρακτήρες» ( Les Caractères ou les Mœurs de ce siècle, 1688) είναι από τα κλασικά έργα της γαλλικής λογοτεχνίας. Πρόκειται κυρίως για έργο που περιγράφει και διακωμωδεί ανθρώπινους χαρακτήρες (κατά τα πρότυπα του Θεόφραστου, όπως αναφέρεται στον υπότιτλο) αλλά που εμπεριέχει πλούτο γνωμικών εξαιρετικής ποιότητας.

Ο δεύτερος μεγάλος από τους άμεσους επιγόνους του Λα Ροσφουκώ είναι ο Βωβενάργκ (Luc de Clapiers, marquis de Vauvenargues, 1715-1747) που αν και έγραψε πολύ λίγα πράγματα και μόνο ένα μικρό βιβλιαράκι με γνωμικά, είναι μια από τις λογοτεχνικές μορφές της Γαλλίας του 18ου αιώνα. Ο Βωβενάργκ δεν διέθετε ούτε την οξύτητα ούτε το βάθος του Λα Ροσφουκώ. Είχε όμως μια στωική αντιμετώπιση της πραγματικότητας και περισσότερο αίσθημα, και αυτό έδωσε στα 600 περίπου γνωμικά του έναν ασυνήθιστο τόνο ανθρωπιάς και αλήθειας.

Μετά τον Βωβενάργκ η μόδα για συγγραφή γνωμικών συνεχίστηκε αν και όχι στο ίδιο υψηλό επίπεδο. Έτσι αξιόλογα γνωμικά έγραψαν ο Σαμφόρ (1740-1794), ο καυστικός Ριβαρόλ (1753-1801) και τέλος ο σοβαρός Ζουβέρ (1754-1824), τα γνωμικά του οποίου έγιναν γνωστά αρκετά μετά το θάνατό του.





Εκτός Γαλλίας, δεν παρατηρείται η ίδια φρενίτιδα σχετικά με την καταγραφή γνωμικών, αν και φαίνεται ότι η Γαλλική παραγωγή κάλυπτε τις ανάγκες και άλλων λαών.

Σημαντική εξαίρεση είναι ο Αμερικανός Βενιαμίν Φραγκλίνος (1706-1790), μια από τις πολυσχιδείς δραστηριότητες του οποίου ήταν η έκδοση, για πολλά χρόνια, ενός ετήσιου Αλμανάκ (Poor Richard’s Almanach) όπου δημοσίευε πάντα και γνωμικά γεμάτα πρακτική σοφία και χιούμορ. Πολλές γνωστές αμερικανικές ατάκες όπως το ‘time is money”, είναι δικές του.

Άλλη περίπτωση Αγγλοσάξονα συγγραφέα με γνωμικογραφική δραστηριότητα είναι αυτή του Λόρδου Τσέστερφηλντ που στις «Επιστολές προς τον Γιο μου» μας άφησε πολλά αποφθέγματα.

Βεβαίως πολλοί άλλοι μεγάλοι Αγγλοσάξονες δημιουργοί από τον 16ο μέχρι και τον 18ο αιώνα μας άφησαν έναν θησαυρό ανεκτίμητων έργων και πολύτιμων φράσεων, με πρώτο και καλύτερο τον Σαίξπηρ. Πάντως στην αγγλοσαξονική κουλτούρα ήταν ανέκαθεν πολύ περισσότερο διαδεδομένη απ’ ό,τι σε άλλες χώρες η συνήθεια να αναφέρουν χωρία και γνωμικά από την Αγία Γραφή.

Ούτε στη Γερμανία υπήρξαν μεγάλοι γνωμικογράφοι. Η γερμανική σκέψη, πολυσύνθετη και συνήθως περίπλοκη, δεν είναι κατάλληλη για να περιορίζεται στα στενά όρια των γνωμικών.

Από τους Γερμανούς που έγραψαν καθαρά γνωμικά ξεχωρίζει ο σατιρικός Georg Christoph Lichtenberg, 1742-1799) του οποίου οι “Aphorismen” είχαν πολλές εκδόσεις μετά το θάνατό του.

Αξίζει να αναφερθεί και η περίπτωση μιας γυναίκας της αυστριακής Marie von Ebner-Eschenbach, (1830-1916) που δημοσίευσε στα 1870 (με τον τίτλο “Aphorismen” και αυτή) μια συλλογή 560 γνωμικών, μερικά από τα οποία είναι πολύ ωραία.

Πέρα από τις πολλές ανθολογίες και τα γνωμολογικά έργα που εκδόθηκαν στη χρυσή εποχή των γνωμικών που είχε αρχίσει με τον Έρασμο, την περίοδο αυτή υπήρξαν βεβαίως και πολλές άλλες προσωπικότητες που τροφοδότησαν το ανθρώπινο πνεύμα με αποφθέγματα. Τέτοιες προσωπικότητες που άφησαν υπέροχες φράσεις ήταν ο Ναπολέων, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Βολταίρος, ο Ρουσώ, ο Γκαίτε, ο Γουίλιαμ Μπλέηκ, ο Θερβάντες και αρκετοί άλλοι ακόμα.

Πάντως η δημοσίευση των αφορισμών της κυρίας Ebner-Eschenbach το 1870 ήταν η τελευταία αναλαμπή αυτής της χρυσής περιόδου της γνωμικογραφίας που επέπρωτο να βρει ένα άδοξο και ξαφνικό τέλος λίγο μετά.

Η παρακμή των γνωμικών

Τον 19ο αιώνα συνεχίζεται η τάση για παραγωγή βιβλίων γνωμικών αν και σε χαμηλότερα ποιοτικά επίπεδα από πριν.

Το 1885 συμβαίνει όμως κάτι αναπάντεχο: Μια κυρία, με το ψευδώνυμο Κόμισσα Ντιάνα (Comtesse Diane) εξέδωσε, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι τότε, μια μικρή συλλογή με σκέψεις της, με τον τίτλο «Γνωμικά της Ζωής». Η συλλογή αυτή δεν ήταν ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη από άλλες παρόμοιες που κυκλοφορούσαν, είχε όμως την ατυχία να την προσέξει ο περίφημος κριτικός Ιούλιος Λεμαίτρ (Jule Lemaitre). O Λεμαίτρ απηυδισμένος από τον καταιγισμό εκδόσεων από ασήμαντους συγγραφείς που είχαν τη ματαιοδοξία να μοιράζονται με το παγκόσμιο κοινό τις κοινότοπες σκέψεις τους, κάθισε και έγραψε ένα άρθρο άκρως απαξιωτικό και εξοντωτικό για τα γνωμικά, που κυριολεκτικά τα «έθαψε».

Αυτό που έκανε ο Λεμαίτρ ήταν να δείξει με αδυσώπητη ειρωνεία πόσο εύκολο είναι να γραφούν γνωμικά που να δίνουν την εντύπωση πως εκφράζουν βαθιά νοήματα, ενώ στην πραγματικότητα δεν περιέχουν παρά κοινοτοπίες. Και το απέδειξε αυτό με πειστικότατο τρόπο παραθέτοντας διάφορες συνταγές για την κατασκευή γνωμικών και δίνοντας παραδείγματα με δικά του αυτοσχέδια γνωμικά.

Επισήμανε ότι με τα γνωμικά μπορεί κανείς να πει τα πιο αντιφατικά πράγματα χωρίς τον κίνδυνο να φανεί παράλογος, γιατί ό,τι και να πει κανείς θα φανεί σωστό είτε σαν κανόνας είτε σαν εξαίρεση. Άλλωστε, ισχυρίστηκε, όταν κανείς ξεφουρνίζει κάτι τολμηρό μπορεί να κρατήσει πάντα πισινή προσθέτοντας ένα «συνήθως», «μερικές φορές», «συχνά» και άλλα τέτοια.

Ο Λεμαίτρ δίνει λόγου χάρη την αλγεβρική συνταγή για την κατασκευή γνωμικών: παίρνεις δυο έννοιες που έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους και αναζητείς δυο άλλες που να έχουν επίσης κάποια σχέση μεταξύ τους. Και τότε λες ότι το πρώτο είναι στο δεύτερο ό,τι το τρίτο είναι στο τέταρτο. Παράδειγμα: παίρνεις για πρώτο ζευγάρι μελαγχολία-θλίψη και παίρνεις και ένα άλλο ζευγάρι γέλιο–ευθυμία. Και διατυπώνεις το εξής βαρύγδουπο: «Η μελαγχολία είναι για τη θλίψη ό,τι η ευθυμία είναι για το γέλιο». Δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, αλλά κανένας δεν θα ενοχληθεί ιδιαίτερα και κάποιοι μάλιστα θα το βρουν έξυπνο. Οι δυνατότητες για τέτοιους συνδυασμούς, άπειρες.

Δίνει και άλλες συνταγές, όπως τη συνταγή του αντιθετικού γνωμικού («Υπάρχουν δάκρυα που γελούν και χαμόγελα που κλαίνε»), τη συνταγή του παράδοξου γνωμικού («Δεν υπάρχει χειρότερη αλαζονεία από την ταπεινοφροσύνη»), τη συνταγή του τρυφερού γνωμικού («αυτός που αγαπώ δεν μου χρωστά τίποτα γιατί τον αγαπώ») κ.λπ. Ο Λεμαίτρ καταλήγει πολύ επιδέξια στο συμπέρασμα πως Στοχασμοί και Γνωμικά αποτελούν πια ένα είδος εξαντλημένο και άνευ σημασίας.

Μάλλον δεν υπάρχει άλλο προηγούμενο στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος που μια τσουχτερή κριτική να σκοτώσει ένα λογοτεχνικό είδος. Η εύστοχη κριτική του Λεμαίτρ έκανε ακριβώς αυτό: οδήγησε τη μόδα συγγραφής Γνωμικών σε έναν άδοξο και «ξαφνικό θάνατο».

Μετά τον Λεμαίτρ δεν σταμάτησε βέβαια η παραγωγή αποφθεγματικών φράσεων και η ανθολόγηση αποσπασμάτων από τα μεγάλα έργα ούτε εμπόδισε τους ανθρώπους να μνημονεύουν πνευματώδεις και χρήσιμες φράσεις. Κανένας συγγραφέας δεν αποπειράθηκε όμως ξανά να θεμελιώσει τη φήμη του στη δημοσίευση γνωμικών.



oscar

Τα γνωμικά από το τέλος του 19ου αιώνα

Όπως αναφέρθηκε, από το τέλος του 19ου αιώνα δεν υπάρχουν πια μεγάλοι γνωμικογράφοι. Εξακολουθούν όμως να υπάρχουν μεγάλες προσωπικότητες και συγγραφείς που κληροδοτούν ιστορικές φράσεις και σημαντικά αποφθέγματα.

Μια από τις πιο σημαντικές πηγές αφορισμών είναι ο Ιρλανδικής καταγωγής συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ. Οι πάμπολλοι και πανέξυπνοι αφορισμοί του από το έργο και τη ζωή του δεν έχουν χάσει μέχρι σήμερα τη φρεσκάδα τους. Δεν υπάρχουν σχετικές στατιστικές, αλλά ο Ουάιλντ είναι πιθανότατα ο περισσότερο “quoted” συγγραφέας όλων των εποχών.

Άλλες πηγές της ίδιας πάνω-κάτω εποχής, με παρόμοιες επιδόσεις ήταν ο Αμερικανός συγγραφέας Μαρκ Τουέιν, oι Γερμανοί φιλόσοφοι Νίτσε και Σοπενχάουερ, ο Αμερικανός πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν.

Αργότερα, προχωρώντας στον 20ο αιώνα, έχουμε πολλά και ωραιότατα αποφθέγματα από τον πατέρα της ψυχανάλυσης Ζίγκμουντ Φρόυντ, τον θεατρικό συγγραφέα Μπέρναρντ Σω, τον Βρετανό φιλόσοφο Μπέρναρντ Ράσελ, τον Αϊνστάιν, τον Τσώρτσιλ, τον Γκάντι, τον Κάφκα, τον Καμύ και άλλους.

Από τον 20ο αιώνα δεν έλειψαν εντελώς οι αμιγώς γνωμικογραφικές εκδόσεις. Οι πιο αξιόλογες περιπτώσεις είναι «Ρήσεις και Αντιρρήσεις» του Αυστριακού αρθρογράφου Karl Kraus, οι «Πρόχειρες Σκέψεις» του Πολωνού Stanislaw Jerzy Lec και κυρίως τα «Σχόλια» του Κολομβιανού Nicolás Gómez Dávila .

Στη σύγχρονη εποχή, κάποιες προσωπικότητες που παράγουν έξυπνους αφορισμούς είναι ο Γούντυ Άλλεν και ο Ουμπέρτο Έκο. Υπάρχουν βέβαια και πολλοί άλλοι, αλλά το πρόβλημα με τους συγχρόνους είναι ότι απαιτείται κάποιος χρόνος για να αποδειχτεί ότι ένας αφορισμός μπορεί να επιβιώσει πέρα από τα πρόσκαιρα φώτα της επικαιρότητας και να αποκτήσει την πατίνα της διαχρονικής αξίας που είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό ενός καλού αποφθέγματος.



Greece

Τα Γνωμικά στη Νεοελληνική Λογοτεχνία

Στους νεότερους χρόνους, η υπερπαραγωγή ανθολογιών και γνωμολογιών στην οποία είχαν επιδοθεί οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, δεν είχε την ανάλογη συνέχεια. Έτσι οι ανθολογίες και τα γνωμικογραφικά κείμενα είναι σχετικά πολύ λίγα και όχι υψηλού επιπέδου.

Μια από τις πιο γνωστές συλλογές ήταν το «Γνωμολογικόν, περιέχον τα κατά Αλφάβητον Γνωμικά Μονόστιχα του Μανουήλ Χρυσολωρά», που εκδόθηκε στη Βενετία το 1760. Ο πολύς Μανουήλ Χρυσολωράς έζησε πολύ πιο πριν (1355-1415) και ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου γραμματικής «Ερωτήματα» που υπήρξε μόλις το δεύτερο τυπωμένο ελληνικό βιβλίο (Βενετία, 1484).

Το Γνωμολογικόν ήταν πολύ δημοφιλές για 100 χρόνια περίπου και ανατυπώθηκε πολλές φορές. Παρά τον τίτλο του όμως, δεν ήταν του Χρυσολωρά. Συγγραφέας του πιθανότατα ήταν ένας άλλος λόγιος που δίδαξε στην Ιταλία, ο Ιανός Λάσκαρης (1445-1535). Ως προς το περιεχόμενό του, το βιβλίο περιείχε περίπου 500 μονόστιχα γνωμικά, χωρίς να αναφέρονται οι πηγές τους.

Το Γνωμολογικόν ήταν το πιο πετυχημένο. Είχαν προηγηθεί κάποιες άλλες συλλογές όπως τα «Γνωμικά παλαιών τινών Φιλοσόφων» του Ιωάννη Αβράμιου (1713), Τα «Αποφθεγμάτων Απανθίσματα Αγίων Πατέρων και Φιλοσόφων» του Παρθενίου Κατζιούλη (1728), η «Χρησταγωγία Ελληνική» υπό Αθανασίου Διαγουμά (1740). Μετά το Γνωμολογικόν εκδόθηκαν ακόμα περισσότερες, μερικές από τις οποίες είναι: «Απανθίσματα εκ τινος βιβλίου ετερογλώσσου» του Στεφ.Δημητριάδου (1797), «Χειραγωγία εις την καλοκαγαθίαν» του Δημητρίου Δαβάρεως (1802).

Αντίστοιχες προσπάθειες, με ανθολογίες στο ίδιο πνεύμα, συνεχίστηκαν με αυξανόμενη συχνότητα σε όλον τον 19ο αιώνα. Παράλληλα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και συλλογές που εξειδικεύονταν στην ανθολόγηση λαϊκών γνωμικών και παροιμιών. Η πιο αξιόλογη δουλειά σ’ αυτόν τον τομέα έγινε από τον Νικόλαο Πολίτη (1852-1921) ο οποίος έκανε μια μοναδική σε διεθνές επίπεδο μελέτη της λαϊκής ψυχογραφίας και εξέδωσε 4 τόμους με αλφαβητική ταξινόμηση των Ελληνικών Παροιμιών, που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε. Ο Νικόλαος Πολίτης υπήρξε ο ιδρυτής της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας και ο δημιουργός του όρου «Λαογραφία» (μεταφράζοντας το folklore).

Στις αρχές του 20ου αιώνα έχουμε τους πρώτους Νεοέλληνες λογοτέχνες που δημοσίευσαν δικούς τους στοχασμούς και γνωμικά.

Η πρώτη και πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή του Δημητρίου Καμπούρογλου που το 1911 δημοσίευσε τα «Θρύψαλα», όπου περιλαμβάνονται 330 θυμόσοφες σκέψεις του, μερικές από τις οποίες είναι πραγματικά πολύ ωραίες («Πολλούς ανθρώπους χαρακτηρίζομεν ως αχρήστους, διότι έχομεν την αξίωσιν να κανονίζωμεν ημείς την χρησιμότητά των»).

Η δεύτερη περίπτωση είναι η δημοσίευση το 1914 του τόμου «Το Πνεύμα του Ροΐδη», που περιείχε περί τα 100 αποσπάσματα από το έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη. Κάποια από τα αποσπάσματα είναι ιδιαίτερα εύστοχα («έρως: μαλακόν παξιμάδιον δια τους μη έχοντας οδόντας»).

Η τρίτη περίπτωση είναι η δημοσίευση το 1921 του βιβλίου «Στοχασμοί» του Ανδρέα Λασκαράτου. Ο ίδιος ο Λασκαράτος σχολιάζει: «Κάθε άλλο μου σύγγραμμα είναι σύγγραμμά μου· οι “Στοχασμοί” μου είμαι εγώ». Αρκετοί από αυτούς είναι αξιομνημόνευτοι («Όποιος σε φθονάει σε τιμάει· επειδή θα πη ότι σ΄εχτμάει»).

Αυτές οι περιπτώσεις συγγραφής στοχασμών και γνωμικών υπήρξαν οι πρώτες και παρέμειναν οι μοναδικές αξιόλογες στην Νεοελληνική λογοτεχνία. Το μοναδικό άλλο βιβλίο που θα μπορούσε ίσως να ανήκει στην ίδια κατηγορία είναι «Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου, όπου εκφράζονται κάποιες πρωτότυπες και σκωπτικές παρατηρήσεις για τους Νεοέλληνες, αλλά είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι πρόκειται για βιβλίο με στοχασμούς. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ήταν, άλλωστε, και στις προθέσεις του συγγραφέα.

Βέβαια οι ωραίες φράσεις και αξιομνημόνευτοι αφορισμοί δεν λείπουν από προσωπικότητες της νεότερης ιστορίας και λογοτεχνίας. Τις περισσότερες τέτοιες φράσεις μπορούμε να βρούμε στο έργο του Καβάφη, του Ελύτη, του Βάρναλη, του Σεφέρη και του Καζαντζάκη.





Widgets με Γνωμικά για την Ιστοσελίδα σας.
Αν θέλετε να ενσωματώσετε στο blog ή στην ιστοσελίδα σας widgets με Γνωμικά που τροφοδοτούνται από τη βάση δεδομένων του Γνωμικολογικού, μπορείτε να τα βρείτε εδώ.
Μανώλης Παπαθανασίου   2008 – 2024




Σχετικό Γνωμικό
Όταν διαβάζουμε τους μεγάλους συγγραφείς γνωμικών έχουμε την εντύπωση πως όλοι γνωρίζονταν πολύ καλά μεταξύ τους.
Elias Canetti


Google




Δείγμα Γνωμικών





Αριθμοί